Η μνήμη της φορεσιάς
συνέντευξη με την καθηγήτρια λαογραφίας Νάντια Μαχά-Μπιζούμη
Σχετίζεται η επινόηση των εθνικών ενδυμασιών με τη δημιουργία συλλογικών ταυτοτήτων;
Η επινόηση των εθνικών ενδυμασιών σχετίζεται άμεσα με τη διαμόρφωση του αφηγήματος σχετικά με τον τρόπο συγκρότησης του έθνους και του νεωτερικού συλλογικού εαυτού. Οι συλλογικές ταυτότητες άλλωστε, συγκροτούνται ιστορικά, και βεβαίως, προϋποθέτουν την ύπαρξη ετεροτήτων. Στην Ελλάδα, η επινόηση και η δημιουργία μιας εθνικής ενδυμασίας, ως ενοποιητικό σύμβολο του ετερόκλητου ανθρώπινου μωσαϊκού του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, αποτελεί κομμάτι μιας διεργασίας, που ως σκοπό είχε την ισχυροποίηση και την επιβίωση του έθνους-κράτους μέσω της μετάβασης από την υπερεθνική στην εθνική συνείδηση. Στη μεταπαναστατική Ελλάδα επικρατεί κοινωνική ρευστότητα, η οποία χαρακτηρίζεται από τη συνύπαρξη των ποικίλης προέλευσης μελών της ελληνικής εθνότητας. Το ζήτημα της δόμησης της ταυτότητας του νέου κράτους ανάγεται σε θέμα ζωτικής σημασίας. Η εξασφάλιση λοιπόν της εθνικής κυριαρχίας και κατ’ επέκταση της βιωσιμότητας του νεοσύστατου έθνους μπορούσε να επιτευχθεί μέσω της ανάπτυξης μιας συλλογικής ιδεολογίας, που θα έκανε τα μέλη αυτού του ετερόκλητου ανθρώπινου μωσαϊκού να αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον ως μέλος του ίδιου έθνους και να μοιράζονται τον ίδιο πολιτισμό, όπου πολιτισμός για να θυμηθούμε και τον Gellner, σημαίνει με τη σειρά του ένα σύστημα ιδεών, συμβόλων, συνειρμών και τρόπων συμπεριφοράς και επικοινωνίας. Το βασιλικό ζεύγος Όθωνα – Αμαλία ανταποκρινόμενο στην ανάγκη για τη δημιουργία ενός ενοποιητικού συμβόλου θα προχωρήσει στην κατασκευή μιας τυποποιημένης ενδυματολογικής γλώσσας εκπορευόμενης από τη βασιλική αυλή, στην οποία αποτυπώνονται εικαστικά τα ιδεολογικά ρεύματα του 19ου αιώνα. Στην ουσία, έχουμε να κάνουμε με τη δημιουργία δύο ενδυματολογικών συνόλων, που σκοπίμως χρησιμοποιήθηκαν από τον Όθωνα και την Αμαλία σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, στο πλαίσιο ενός ευρύτατα διαδεδομένου στην Ευρώπη ενδιαφέροντος για τις λαϊκές κουλτούρες των νεοσύστατων κρατών.
Ποιό είναι το συμβολικό περιεχόμενο της φορεσιάς «Αμαλία» και της φουστανέλας;
Η έρευνα και η μελέτη της πολιτικής διάστασης της φορεσιάς Αμαλία, ως μιας επινοημένης και κατασκευασμένης ενδυμασίας από τη βασίλισσα του νεότευκτου ελληνικού κράτους, με σκοπό τη συγκρότηση και την εξεικόνιση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας, εντάσσεται στη στροφή του λαογραφικού ενδιαφέροντος, τα τελευταία χρόνια, στις πολιτικές χρήσεις των ενδυμάτων, με τη συμμετοχή τους στην κατασκευή εθνικών, εθνοτικών, θρησκευτικών ή έμφυλων ταυτοτήτων. Η φορεσιά «Αμαλία» συνιστά μια επεξεργασμένη γλώσσα συμβολικής πρακτικής και επικοινωνίας, μια στολή φορτισμένη ιδεολογικά που ταυτίστηκε με την εθνική γυναικεία φορεσιά των Ελλήνων. Η κατασκευή της στηρίχτηκε σε ένα ιδιαίτερα έξυπνο πάντρεμα ενδυματολογικών στοιχείων της Δύσης και της Ανατολής. Η συγκεκριμένη πράξη, ιδωμένη σε άμεση συνάφεια με την ευρύτερη εκσυγχρονιστική πολιτική κρατικής συγκρότησης με βάση τα βαυαρικά πρότυπα, συμβάλλει κατά τη γνώμη μου στη μετάβαση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους από το ανατολικό παρελθόν του στη δυτική νεωτερικότητα. Ειδικότερα, όσον αφορά την κατασκευή του φουστανιού, η βασίλισσα θα αναζητήσει και θα πάρει ιδέες από ενδυματολογικά σχήματα που της ήταν οικεία και για αυτόν ακριβώς τον λόγο, το κάτω μέρος του φουστανιού που η ίδια επινόησε, η φούστα δηλαδή, είναι ξεκάθαρα επηρεασμένο από μια ρομαντική και ταυτόχρονα απλή μόδα, το στυλ Biedermeier, ιδιαίτερα δημοφιλές στη Γερμανία και στην Αυστρία τον 19ο αιώνα. Άλλωστε, το συγκεκριμένο στυλ ακολουθούσαν και τα φορέματα της μόδας που η ίδια φορούσε. Το στενό όμως πανωκόρμι του φουστανιού «Αμαλία» αντιγράφει ως προς το σχήμα και την κοπή το καβάδι της ενδυμασίας των αρχοντισσών της ελληνικής πρωτεύουσας, το οποίο ήταν διαμορφωμένο με βάση τα ανατολικά ενδυματολογικά πρότυπα. Θα το συνδυάσει με το κοντογούνι, κοινό ένδυμα με κατά τόπους παραλλαγές τόσο στη νησιωτική όσο και στην ηπειρωτική Ελλάδα, το οποίο στις αρχές της τρίτης δεκαετίας του 19ου αιώνα παίρνει τη μορφή ενός κοντού ζακέτου με βαθύ άνοιγμα στο στήθος, αγκαλιάζοντας και παράλληλα σφίγγοντας το γυναικείο μπούστο. Στο Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα στο Ναύπλιο διασώζεται στις συλλογές του μια αστική γυναικεία φορεσιά από τον Πύργο Ηλείας, με καβάδι συνδυασμένο με βελούδινο ζιπούνι, κοντό μανικωτό εφαρμοστό ζακέτο, η οποία είναι πολύ πιθανόν να προηγήθηκε ως τύπος της φορεσιάς «Αμαλία».
Από την άλλη, ο Όθωνας με την επιλογή του να εμφανίζεται με τη φουστανέλα, η οποία εξελίσσεται σε μια αστική ενδυμασία, θα αναδείξει τον ρόλο της φουστανέλας ως μιας εκφραστικής γλώσσας που υπερέβαινε τις εθνικές και γλωσσικές διαιρέσεις, για να μετατραπεί στη συνέχεια σε ένδυμα που προσδιόριζε την ελληνική αποκλειστικά εθνότητα, όπως έχει επισημάνει χαρακτηριστικά σε σχετική μελέτη της η Κωνσταντίνα Μπάδα. Η φουστανέλα είναι το αποτέλεσμα της σταδιακής εξέλιξης στο πέρασμα των χρόνων της πουκαμίσας των αγροτικών λαϊκών στρωμάτων στον ηπειρωτικό χώρο. Πρόκειται για ένδυμα των ποιμενικών κυρίως πληθυσμιακών ομάδων της οροσειράς των δυτικών Βαλκανίων, συνδέθηκε με την κοινωνική ληστεία, με τα αρβανίτικα ή και άλλα τοπικά πολεμικά σώματα, χρησιμοποιήθηκε ως καθημερινό ένδυμα των αγωνιστών της ηπειρωτικής Ελλάδας, και μέσω του Όθωνα απέκτησε αστικά χαρακτηριστικά. Θυμίζω ότι στον βορειοελλαδικό χώρο μια παραλλαγή της φουστανέλας βρίσκουμε στο γυναικείο και ανδρικό ενδυματολογικό σχήμα των Βλάχων και των Σαρακατσάνων.
Πώς επηρεάζουν οι εθνικές και οι τοπικές ενδυμασίες τη μνήμη ενός λαού για ένα μεγάλο ιστορικό γεγονός, όπως ένας πόλεμος ανεξαρτησίας;
Η συμβολική και τελετουργική χρήση των εθνικών αλλά και τοπικών ενδυμασιών αποτελεί υλική έκφραση και της ιστορικής μνήμης της Ελληνικής Επανάστασης, με παρουσίαση ενδυματολογικών σχημάτων, που συχνά, αν όχι πάντα, ακροβατούν επικίνδυνα ανάμεσα στο οικείο και στο μυθικό. Στις μέρες μας, η φορεσιά Αμαλία, σε αντίθεση με τη φουστανέλα, δεν λειτουργεί ως το ορατό σύμβολο του ελληνικού έθνους. Στο μυαλό του νεοέλληνα, η φουστανέλα είναι εκείνο το ένδυμα, που παραμένει άμεσα συνδεδεμένο με την ελληνική επανάσταση και με την ταυτότητα του ελληνικού έθνους, καθώς αποτελεί,έστω και στην κοντή παραλλαγή της, τη φορεσιά της Προεδρικής Φρουράς. Από την άλλη, η «Αμαλία», φαίνεται ότι έχασε το συμβολικό της περιεχόμενο εδώ και πολλά χρόνια. Ίσως να αποτελεί και την πιο κακοποιημένη εθνική ενδυμασία, με κάκιστα αντίγραφα, με φουστάνια φτιαγμένα από συνθετική φόδρα και κοντογούνια κακοραμμένα, στολισμένα με τρέσσες του εμπορίου. Στην ουσία, η «Αμαλία», χρησιμοποιείται ως μία στολή με φουστάνια συνήθως σε γαλάζιο χρώμα, συνδυασμένα με κόκκινα ή μπλε χρώματος κοντογούνια, στολισμένα με επίρραφες τρέσσες. Αυτή η στολή στο παιδικό μυαλό συγκεχυμένα είναι συνδεδεμένη με την ελληνική παράδοση αλλά και με την αποκριά, καθώς τόσο η Αμαλία όσο και η φουστανέλα, χρησιμοποιούνται και ως αποκριάτικο ένδυμα, αλλά και τουριστικό είδος προς κατανάλωση.
Υπήρχαν διαφορές στις τοπικές ενδυμασίες ανάλογα με τις κοινωνικές τάξεις, πριν και μετά την επανάσταση του 1821; Υπήρχαν διαταξικά χαρακτηριστικά;
Υπήρχαν ξεκάθαρα διαταξικά χαρακτηριστικά, εφόσον τα ενδύματα στην κοινωνική τους κυκλοφορία δρουν και ως κοινωνικά σύμβολα. Η υλικότητά τους διευκολύνει τον ιστορικό του ενδύματος να αναγνώσει το πολιτισμικό πλαίσιο παραγωγής και χρήσης τους, όπως και τον λειτουργικό, συμβολικό και κοινωνικό ρόλο τους στη συγκρότηση των τοπικών ενδυματολογικών πολιτισμών. Στην ουσία οι τοπικές ενδυμασίες είναι το υλικό μέσο έκφρασης κοινωνικών σχέσεων, ταυτοτήτων και συλλογικών συμπεριφορών, σε διάδραση πάντα με τους κοινωνικούς συντελεστές τους, τους παραγωγούς και φορείς τους, και σε απόλυτη σύνδεση με το ιστορικό πλαίσιο της εποχής τους.
Στα περιηγητικά χρονικά για παράδειγμα, οι τοπικές ενδυμασίες παρουσιάζονται ως η εικαστική προβολή της κοινωνικής διαστρωμάτωσης μέσα από χαρακτηριστικά διάσπαρτα παραδείγματα από τον ηπειρωτικό και νησιωτικό χώρο, που τεκμηριώνουν αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα μέσα από τη διαμόρφωσή της πριν την απελευθέρωση, αλλά και τη διάδοσή της τα χρόνια που ακολούθησαν αυτής. Καταγράφεται δηλαδή μια ξεκάθαρη διαστρωματωμένη ενδυματολογική πραγματικότητα με ανατολίτικα ενδύματα που κινούνται στον κοινό χώρο μιας πολυεθνικής πολυπολιτισμικής οθωμανικής επικράτειας. Ο τρόπος ένδυσης των τοπικών ελίτ της κοινοτικής και επαρχιακής διοίκησης του 18ου αιώνα, των κοτζαμπάσηδων – προεστών του ηπειρωτικού χώρου και των νοικοκυραίων – καπετάνιων του νησιωτικού, όπως καταγράφεται στο έργο των περιηγητών, δηλώνει απόλυτη ταύτιση με τα οθωμανικά πρότυπα. Αποτελείται από μακρύτατο πουκάμισο, αντερί ζωσμένο στη μέση, τζουμπέ (είδος πανωφοριού) με γούνα στις παρυφές, και καλπάκι στο κεφάλι. Η ίδια διαστρωματωμένη ενδυματολογική πραγματικότητα συναντάται και στη γυναικεία αμφίεση, όπως αυτή αποτυπώνεται εικαστικά σε λιθογραφία του L. Dupré στις αρχές του 19ου αιώνα, με θέμα την προετοιμασία ενός αθηναϊκού γάμου. Επομένως με τη σταδιακή υιοθέτηση του ενδυματολογικού μοντέλου του κατακτητή τα προυχοντικά στρώματα σημειοδοτούσαν την κοινωνική τους ισχύ.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση όμως, αποτελεί το ενδυματολογικό σύστημα της Χίου, στο οποίο οι γυναικείες ενδυμασίες των Μαστιχοχωρίων, κατά την Οθωμανική περίοδο (1566-1912) κατοχής του νησιού, χάρη στα προνόμια που είχαν οι αγροτικοί πληθυσμοί τους εξαιτίας του μαστιχιού, διατήρησαν τη χρήση του ενδυματολογικού μοντέλου που είχε ήδη διαμορφωθεί υπό την ισχυρή επίδραση του γενοβέζικου τρόπου ένδυσης, χωρίς να επιβληθεί συμμόρφωση με τα οθωμανικά ενδυματολογικά πρότυπα Στα Μαστιχοχώρια κυριαρχούν τα λευκά κοντά πτυχωτά φουστάνια, με τις πτυχώσεις τους να λειτουργούν ως το μέσο με το οποίο οι γυναίκες του αγροτικού κόσμου προσέγγισαν τα ενδυματολογικά πρότυπα των προνομιούχων κοινωνικών τάξεων, καθώς η χρήση των πτυχώσεων όπως έχω δείξει σε πρόσφατη μελέτη μου είναι διαταξική, ξεκινά από τις αρχόντισσες της Χώρας και με άλλα υλικά κατασκευής γίνονται εντέλει η ενδυματολογική ταυτότητα των Μαστιχοχωριτισσών.
Η ανάπτυξη ωστόσο εμπορευματικών δραστηριοτήτων μέσα στον 18ο και τον 19ο αιώνα θα οδηγήσει στην ανάδυση νέων κοινωνικών δυνάμεων, γεγονός που θα οδηγήσει στη μεταβολή του ενδυματολογικού τοπίου. Η νεοανερχόμενη τάξη των μεγαλεμπόρων υιοθετεί σχήματα με φανερές επιδράσεις από τη Δύση, πρακτική που θα ταράξει τα λιμνάζοντα νερά, και θα προκαλέσει την παρέμβαση της Εκκλησίας που φαίνεται να ασκεί αυστηρό κοινωνικό έλεγχο, κυρίως μέσω της προικοδοσίας, αναγνωρίζοντας στην ουσία το δικαίωμα της πολυτέλειας μόνο στα προυχοντικά ανώτερα στρώματα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο στα ενδύματα των μεσαίων τάξεων αποτυπώνεται η προσπάθεια κοινωνικής ανέλιξης και μέσα από τη μίμηση της ενδυματολογικής εικόνας των αντίστοιχων νεώτερων στρωμάτων της Δυτικής Ευρώπης.
Όσον αφορά τα φτωχά αγροτικά στρώματα, εκείνα χρησιμοποιούν στην καθημερινότητά τους ενδυματολογικά σχήματα που καθορίζονται από την κατά τόπους πρώτη ύλη, την τεχνογνωσία στα όρια της οικοτεχνικής παραγωγής, αλλά και από την υποταγή σε καθιερωμένα ενδυματολογικά σχήματα που συνδέονται αυστηρά με το εθιμικό πλαίσιο και τον αξιακό κώδικα των παραδοσιακών τοπικών κοινωνιών.
Ποιά ήταν η θέση και ο συμβολισμός των φορεσιών στη ζωή των γυναικών και τι ρόλο έπαιξαν οι καθημερινές, γιορτινές και νυφικές φορεσιές στη θέση των γυναικών μέσα στην κοινωνία;
Στον παραδοσιακό κόσμο, τα ενδύματα συμπυκνώνουν, ως ένα είδος θεσμού, τις πολλαπλές σχέσεις των ατόμων με την κοινότητα και μέσα στην κοινότητα, συνοψίζουν την υπακοή των ατόμων σε αξίες, κανόνες, ανoχές ακόμα και καταναγκασμούς, συλλογικά αποδεκτούς στην κοινότητα, υπηρετούν γενικά τη συλλογικότητα, συμβολίζοντας και σφραγίζοντας εικαστικά την ταυτότητα της κοινότητας. Λειτουργούν ως επικοινωνιακά στοιχεία και μέσω «σημείων» με την προσθαφαίρεση εξαρτημάτων, με την αλλαγή χρωμάτων και διακόσμησης, ιδιαίτερα οι γυναικείες ενδυμασίες, γνωστοποιούν στα μέλη της κοινότητας την πολιτισμική κατηγοριοποίηση του χρόνου (καθημερινός, επίσημος), τα κοινωνικά στάδια της ζωής της (ελεύθερη, αρραβωνιασμένη, παντρεμένη, χήρα), και τον ενδοοικογενειακό της ρόλο (νύφη, σύζυγος, μητέρα).
Ο σημειοδοτικός ρόλος των γυναικείων τοπικών ενδυμασιών αναδεικνύεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στην τάξη και την ιεραρχική δομή που ακολουθείται από τις συμμετέχουσες, ανάλογα με την κοινωνική και φυσική ηλικία τους, σε πληθώρα τελετουργικών χορών που πραγματοποιούνταν στο πλαίσιο των πανηγυριών των τοπικών κοινοτήτων. Τα κατά τόπους πανηγύρια, μέσω του χορού και της μουσικής, συνέβαλαν στην ενδυνάμωση του κοινωνικού ιστού και αποτελούσαν μια δυναμική πρακτική μύησης αλλά και άσκησης του ατόμου στους πολλαπλούς κοινωνικούς ρόλους του. Στους πασχαλιάτικους τελετουργικούς χορούς για παράδειγμα, οι γηραιότερες σέρνουν πρώτες τον χορό και αναλαμβάνουν μέσα από το συμβολικό λόγο των τραγουδιών να μυήσουν τις νεόνυμφες και τις νεότερες στο αξιακό σύστημα της κοινότητας.
Επηρέασαν οι φορεσιές των βασιλικών αυλών, καθώς και της δύσης, την ενδυματολογική ταυτότητα των Ελλήνων στα αστικά κέντρα και τις αγροτικές περιοχές;
Βεβαίως! Θυμίζω ότι ήδη από το β’ ήμισυ του 18ου αιώνα, και σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, η ευρωπαϊκή μόδα επηρεάζει τις ενδυματολογικές αντιλήψεις και συμπεριφορές ανδρών και γυναικών στον ελλαδικό χώρο, που στρέφουν σταδιακά το βλέμμα προς τη Δύση με στόχο τον απεγκλωβισμό τους και ενδυματολογικά από το ανατολίτικο οθωμανικό παρελθόν τους. Σημαντικός παράγοντας στη διάδοση και στην αποδοχή του ενδυματολογικού τύπου «Αμαλία» σε διάφορες περιοχές εντός και εκτός Ελλάδας, ήταν κατά τη γνώμη μου το γεγονός ότι στο ενδυματολογικό σύστημα των περιοχών αυτών προϋπήρχε αυτής της φορεσιάς, σύνολο με φουστάνι, το οποίο υποθέτουμε ότι σε ένα μεταβατικό στάδιο προσαρμόστηκε και ενσωματώθηκε στην εισαγόμενη φορεσιά «Αμαλία», ως μανικωτό ή αμάνικο φόρεμα με πανωκόρμι, συνοδευόμενο από ένα ζακέτο, ή ως φούστα με ένα μανικωτό ζακέτο. Συνακόλουθα, εμφανής είναι ο διαμεσολαβητικός ρόλος της φορεσιάς «Αμαλία» στη διάχυση και στην πρόσληψη δυτικών προτύπων, μέσω των οποίων σταδιακά πρώτα με τη δική της συμβολή και αργότερα με την πιο καθοριστική της βασίλισσας Όλγας, θα επικρατήσει καθολικά η δυτική μόδα στην ελληνική επικράτεια. Ένα εξαιρετικό παράδειγμα αμαλιοποιημένης φορεσιάς διασώζεται στη συλλογή του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος στο Ναύπλιο. Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα εκδοχή μιας αμαλιοποιημένης καθημερινής φορεσιάς στις αρχές του 20ού αιώνα, η δημιουργία της οποίας στηρίχτηκε στην τροποποίηση τοπικής ενδυμασίας από την κάτοχό της, με βάση το πρότυπο της φορεσιάς «Αμαλία», που την περίοδο εκείνη ήταν ακόμα ισχυρό.
Η ευρωπαϊκή μόδα αφού συνυπήρξε για ένα διάστημα με τα τοπικά ενδυματολογικά σχήματα του αγροτικού κόσμου, στη συνέχεια επηρέασε και αυτά, ώσπου επήλθε η αλλοίωση των μορφολογικών χαρακτηριστικών των τοπικών αγροτικών ενδυμασιών και, εν συνεχεία, με διαφορετικές ταχύτητες στην επικράτεια, η οριστική εγκατάλειψή τους γύρω στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε και τα τοπικά ενδυματολογικά σχήματα χάνουν τη λειτουργική τους χρήση και γίνονται μουσειακά.
Ποιά ήταν η σχέση του παραδοσιακού ενδύματος με το σώμα των ανθρώπων τότε και ποιές διαφορές υπάρχουν με τη σημερινή πραγματικότητα της βιομηχανίας της μόδας και του fast fashion;
Τα τελευταία χρόνια οι μελετητές της ένδυσης στρέφουν την προσοχή τους στην ανάλυση της σχέσης σώματος και ενδύματος με στόχο την ανάδειξη της ένδυσης σε πεδίο βιωματικής πρακτικής, αποτέλεσμα τόσο κοινωνικών παραγόντων όσο και ατομικής δράσης. Στη διαμόρφωση των ενδυμάτων αναγνωρίζεται πια και ο ρόλος που παίζουν μια σειρά από πρακτικές ενέργειες που κατευθύνονται από το σώμα προς αυτά. Αυτό σημαίνει ότι η μελέτη του ενδεδυμένου σώματος εστιάζει σ’ ένα ενεργό σώμα που υπόκειται σε κοινωνικές διεργασίες, διαμορφώνεται μέσα από τη σχέση των ενδυμάτων με τη μόδα και εμπλέκεται στην αντίληψη και τις πρακτικές της καθημερινής ζωής μέσω των ενδυμάτων.
Οι γυναικείες τοπικές ενδυμασίες δεν αναδεικνύουν τη σιλουέτα, αλλά την ποιητική της γυναικείας ταυτότητας μέσα από τη χρήση συμβολικών μοτίβων στη διακόσμησή τους. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι οι αισθητικές αντιλήψεις στα τοπικά ενδυματολογικά σχήματα δεν μεταβάλλονται στο πέρασμα των χρόνων ή ότι δεν επηρεάζονται από διάφορους παράγοντες. Δανείζομαι ως παράδειγμα για να τεκμηριώσω την άποψή μου, τη γυναικεία ενδυμασία του Ζαλουφιού που συναντάται σε χωριά της δυτικής όχθης του Έβρου. Στην εν λόγω ενδυμασία καταγράφεται στις αρχές του 20ού αιώνα, γύρω στο 1910, τροποποίηση του εξωτερικού μάλλινου ενδύματος, του τερλικιού, είδος πανωφοριού, που από τη μέση και κάτω αποκτά φάρδος με τις πλαϊνές του λόξες να στρογγυλεύουν την εικόνα του γυναικείου σώματος. Καθώς η εποχή ζητούσε ραδινές σιλουέτες, μόδα την οποία φαίνεται να γνωρίζουν οι Ζαλουφιώτισσες από την επαφή τους με τους κατοίκους και την αγορά της γειτονικής Αδριανούπολης, οδηγούνται αρχικά στην τροποποίησή του, στενεύοντάς το με κατακόρυφες εσωτερικές πιέτες, ενώ μετά το 1920, το συγκεκριμένο ένδυμα τελικά, πέφτει σε αχρηστία.
Στις μέρες μας στο πλαίσιο της αγοράς και χρήσης των ενδυμάτων μέσα από τη fast fashion εγείρονται μια σειρά από σημαντικά ζητήματα που έχουν να κάνουν με την παραγωγή βιώσιμων πρώτων υλών, τη μεγαλύτερη διαφάνεια στην αλυσίδα παραγωγής, και την ανακύκλωση των ρούχων ως μια μορφή οικολογικής διαχείρισης της αγάπης μας για τη μόδα. Οι παραπάνω πρακτικές βασισμένες στην αρχή των τριών «R’s»: Reduce (Περιορίζω) – Reuse (Επαναχρησιμοποιώ) – Recycle (Ανακυκλώνω), είναι πρακτικές τις οποίες στην ουσία ξαναανακαλύπτουμε, καθώς σε μεγάλο ποσοστό τους απηχούν εκλεκτικές συγγένειες με βασικές αρχές της οικονομίας του παραδοσιακού κόσμου, όπως αυτή της δημιουργικής αξιοποίησης και επανάχρησης υφασμάτων και ενδυμάτων, ως εφαρμοσμένης πρακτικής με πολλαπλές όψεις στην καθημερινότητα της προβιομηχανικής κοινωνίας.
Στην παραδοσιακή κοινωνία υπήρχε ένα σοφό χρονοδιάγραμμα χρήσης των ενδυμάτων με βάση το οποίο καθοριζόταν η λεγόμενη οικονομία των διαφόρων κομματιών στα τοπικά ενδυματολογικά συστήματα, πρακτική που αναπτύχθηκε κυρίως γύρω από το νυφικό ένδυμα. Ο προκαθορισμένος ελάχιστος χρόνος χρήσης του νυφικού φουστανιού οδηγούσε σε κάποιες περιπτώσεις στην ανακύκλωση του, μέσω του δανεισμού του από άλλες γυναίκες, που συνήθως βρίσκονταν σε καλύτερη οικονομική κατάσταση, είτε μέσα από την κοινότητα είτε και από γειτονικές.
Νάντια Μαχά-Μπιζούμη
Η Νάντια Μαχά-Μπιζούμη είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Λαογραφίας στο Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Έχει λάβει μεταπτυχιακή επιμόρφωση στη Μουσειολογία (Ελληνοαμερικανικό Κολλέγιο Αθηνών, κλάδος ειδίκευσης: Μουσειολογία – Πολιτιστική Διαχείριση) και το διδακτορικό της στη Λαογραφία (με άριστα) από το Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.
Έχει συνεργαστεί με το Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς (Π.Ι.Ο.Π.) στην επανέκθεση της συλλογής του Μουσείου Μετάξης στο Σουφλί, όπου της ανατέθηκε η επιστημονική εποπτεία και η ενδυματολογική επιμέλεια της προβλεπόμενης από τη μουσειολογική μελέτη ενότητας με θέμα «Τα μεταξωτά του Σουφλίου». Συμμετείχε επίσης στο μουσειογραφικό σχεδιασμό του Μουσείου Μαστίχας στη Χίο, όπου ανέλαβε την επιστημονική εποπτεία και την ενδυματολογική επιμέλεια της προβλεπόμενης από τη μουσειολογική μελέτη ενότητας με θέμα «Οι φορεσιές της Χίου». Είχε επίσης τη συνεπιμέλεια του μουσειογραφικού σχεδιασμού και της υλοποίησης της περιοδικής έκθεσης της Πανεπιστημιακής Λαογραφικής Συλλογής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, στα πλαίσια των εκδηλώσεων για τα 25 χρόνια λειτουργίας του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας του ΔΠΘ, που εγκαινιάστηκε τον Σεπτέμβριο του 2016. Επίσης, ανέλαβε την ενδυματολογική τυπολογική κατάταξη και την εγκατάσταση των εκθεμάτων της μόνιμης έκθεσης συλλογής ελληνικών ενδυμασιών «Βικτωρία Γ. Καρέλια» στον εκθεσιακό χώρο του Λυκείου Ελληνίδων Καλαμάτας (2016).
Έχει συμμετάσχει σε ελληνικά και διεθνή ερευνητικά προγράμματα που αφορούν στην καταγραφή, τεκμηρίωση και ψηφιοποίηση μουσειακών ενδυματολογικών συλλογών, και στην οργάνωση και στην υλοποίηση διεθνών συνεδρίων και ημερίδων. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζονται στις πολιτικές χρήσεις του παραδοσιακού και σύγχρονου ενδύματος, στη διαχείριση μουσειακών συλλογών και στη μελέτη του υλικού λαϊκού πολιτισμού με διεπιστημονική προσέγγιση. Για τα ζητήματα αυτά έχει δημοσιεύσει μονογραφίες, άρθρα και καταλόγους εκθέσεων και έχει λάβει μέρος με εισηγήσεις σε διεθνή συνέδρια και επιστημονικές ημερίδες στη Μόσχα, στην Πολωνία, στη Σερβία, στη Σουηδία, στην Τουρκία, στην Ισπανία, στην Αμερική και αλλού.
Έχει τιμηθεί με Εύφημο Μνεία από την Κοσμητεία της Σχολής Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης (ΔΠΘ) για το διδακτικό της έργο. Είναι ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Ενδυμασιολογίας, μέλος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, της Association of Dress Historians και του ICOM, ενώ το 2021 ορίστηκε Nation Representative της European Museum Academy στην Ελλάδα.
«Φουστάνια» αναγεννησιακού τύπου στη Χίο
πηγές εικόνων:
Smithsonian Institution
Rijksmuseum
Heidelberg University Library
επεξεργασία εικόνων:
Ομάδα Πάλσαρ | Pulsar group