Η μνήμη των Ιταλών
συνέντευξη με την καθηγήτρια ιταλικής γλωσσολογίας και μετάφρασης Domenica Minniti-Γκώνια
Υπήρχαν κοινές αναφορές ανάμεσα στους Έλληνες και τους Ιταλούς, σε σχέση με την οθωμανική αυτοκρατορία και την αυστριακή κατοχή;
Διάφοροι παραλληλισμοί καταδεικνύουν την κοινή ιστορία των δύο χωρών κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα: η ανάγκη να αποτιναχτεί ο ξένος ζυγός, οι προσπάθειες να αποκατασταθεί το εθνικό σύμβολο της πόλης-πρωτεύουσας (η Ρώμη και η Κωνσταντινούπολη), η Μεγάλη Ιδέα και ο Irredentismo (που στην Ελληνική μεταφράστηκε ως “Αλυτρωτισμός”), η διαρκής επίκληση για απελευθέρωση των νευραλγικών κέντρων, δηλαδή της Κρήτης και της Βενετίας. Το κίνημα του ιταλικού Φιλελληνισμού διήρκεσε για όλο τον αιώνα και κάλυψε όλα αυτά τα γεγονότα και ζητήματα.
Η δράση των Φιλελλήνων χωρίζεται σε δύο περιόδους, που αποτελούν ορόσημα και για τις δύο χώρες: Την επανάσταση του ’21 στην Ελλάδα και τη λεγόμενη Spedizione dei Mille, η «Εκστρατεία των Χιλίων», το 1860 στην Ιταλία.
Επηρεάστηκαν οι Ιταλοί από τη δραστηριότητα των Ελλήνων στην Ιταλία πριν την ελληνική εξέγερση;
Οι ρίζες του ιταλικού Φιλελληνισμού θα πρέπει να αναζητηθούν πιο πριν από το 1821 και δη στα προεπαναστατικά χρόνια, τότε που εκδηλώθηκε η έντονη πολιτική και πολιτιστική δραστηριότητα των Ελληνικών Κοινοτήτων, των τυπογραφείων της Βενετίας, των φοιτητών της Πίζας, των διαφωτιστών Δασκάλων του Γένους. Και πράγματι, από την Ιταλία αλλά και μέσω αυτής προέρχονται οι ιδέες του Διαφωτισμού και της Προόδου που διοχετεύονται στο Ιόνιο και τον ευρύτερο ελλαδικό χώρο. Όχημά τους είναι, μεταξύ άλλων, οι μεταφράσεις των έργων σημαντικών στοχαστών όπως ο Vico και ο Muratori, αλλά και κορυφαίων δραματουργών όπως ο Metastasio και ο Goldoni. Και οι μεταφραστές αυτών των έργων δεν είναι παρά οι πρόδρομοι της ελληνικής επανάστασης: ο Ρήγας, ο Ιωάννης Καρατζάς, ο Αθανάσιος Χριστόπουλος και άλλοι.
Πριν ακόμα ξεσπάσει η επανάσταση, λοιπόν, Ιταλοί και Έλληνες φιλελεύθεροι διανοούμενοι στην Πίζα, την Τεργέστη, την Αγκώνα, κινητοποιούνται και συγκεντρώνουν χρήματα και τρόφιμα, τα οποία στη συνέχεια μεταφέρουν από το Λιβόρνο και άλλα ιταλικά λιμάνια στην Ελλάδα. Επίσης, από τη μια διατηρούν διπλωματικές σχέσεις και από την άλλη συνωμοτούν, για να ξεσηκώσουν με τον λόγο και με τη δράση τους τούς Φιλέλληνες άλλων χωρών. Από τους επιφανείς Έλληνες που δρουν στην Ιταλία αναφέρω στο Λιβόρνο τον ποιητή Ανδρέα Κάλβο, ο οποίος συλλαμβάνεται τις 23 Απριλίου 1821 ως ταραχοποιός μαζί με άλλους Καρμπονάρους, καθώς επίσης τη συγγραφέα Angelica Palli, που στο σαλόνι της παρέχει χρηματική βοήθεια και φιλοξενία στους επαναστάτες. Εξάλλου, στην Πίζα κινείται ο μετέπειτα υπουργός Νικόλαος Μαυροκορδάτος, αυτός που κάλεσε τον Μπάιρον να ενωθεί με τους Ιταλούς φιλέλληνες και να κάνει το μοιραίο ταξίδι του προς το Μεσολόγγι.
Έπαιξε ρόλο η σύνδεση των νησιών του Ιονίου με την ιταλική γλώσσα και κουλτούρα, στη μεταφορά των ιδεών του διαφωτισμού στην Ελλάδα;
Ο ιδιαίτερος και δημιουργικός ρόλος που διαδραμάτισαν τα Επτάνησα στην πρόσληψη του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, καταρχάς, και τη «μετακένωσή» του (για να χρησιμοποιήσω έναν όρο του Κοραή), αργότερα, στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο έχει εξόχως υπογραμμιστεί. Οι λόγιοι του Ιονίου κατά τον 18ο αιώνα λειτούργησαν ως φορείς του πνεύματος της Δύσης και συνέβαλαν στη ριζική ανανέωση ιδεών και θεσμών, ειδικά στον χώρο της παιδείας. Και είναι λογικό ότι, τόσο η γειτνίαση όσο και η πολιτική και πολιτιστική σύνδεση με την Ιταλία, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη μεταφορά αυτών των ιδεών. Ως γνωστό, πρωτοπόρος του Νεοελληνικού Διαφωτισμού υπήρξε ο Κερκυραίος Ευγένιος Βούλγαρης (1716-1806), ο οποίος, είχε ζήσει μερικά χρόνια στη Βενετία, όπως άλλωστε πολλοί άλλοι Επτανήσιοι. Από τους Διδάσκαλους του Γένους, μνημονεύουμε τον Βικέντιο Δαμοδό (1700-1752, Vincenzo Damodò ή Damodòn, από βενετική οικογένεια της Μεθώνης). Αυτός εισήγαγε τη φιλοσοφία του Ντεκάρτ στην Ελλάδα και ίδρυσε τη «Σχολή Θεολογίας και Φιλοσοφίας», φημισμένη σε όλα τα Βαλκάνια (σύμφωνα με πηγές, σε αυτήν φοίτησε ο ίδιος ο Βούλγαρης). Επίσης, ο ιερομόναχος Νικηφόρος Θεοτόκης (1731-1800), με σπουδές στην Πάδοβα και τη Μπολόνια, δίδαξε ελληνική και ιταλική λογοτεχνία στο «Κοινόν Φροντιστήριο» που ίδρυσε ο ίδιος στην Κέρκυρα και έμεινε στην ιστορία επίσης επειδή αποκήρυξε την Ουνία (δηλαδή την ύπαρξη αυτόνομης ορθόδοξης εκκλησίας στην Ιταλία υπό την εξουσία του Πάπα). Εξάλλου, μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας αναπτύχθηκε η εκπαιδευτική δράση λογίων και δασκάλων όπως ο Κυθήριος Σπυρίδων Βλαντής (1765-1830), που γεννήθηκε και πέθανε στη Βενετία όπου δραστηριοποιήθηκε ως μεταφραστής και επιμελητής βιβλίων και διέπρεψε ως σχολάρχης της περίφημης Φλαγγίνειου Σχολής. Μνημονεύεται επίσης ο Άνθιμος Γαζής (1764-1828), που αντίτυπο του πολύτιμου έργου του Πίνακας Γεωγραφικού της Ελλάδος βρίσκεται στη Biblioteca Nazionale της Φλωρεντίας. Ο Ιωάννης Πατούσας (1677-1712), τέλος, σπούδασε γραμματική, ρητορική και φιλοσοφία για πολλά χρόνια στο ιστορικό Collegio di San Attanasio της Ρώμης και ως διδάσκαλος στη Φλαγγίνειο, εξέδωσε το 1710 φιλολογική Εγκυκλοπαίδεια, η οποία πρόσφερε πολλά στην μόρφωση των Ελλήνων πριν και κατά την διάρκεια της Επανάστασης. Ο ίδιος επιμελήθηκε την επανέκδοση της Γραμματικής του μεγάλου λόγιου Ιανού Λάσκαρι (1445-1534) και μετέφερε στη γλώσσα της εποχής του τους Μύθους του Αισώπου.
Άλλωστε, πάμπολλες είναι οι εκδόσεις ελληνικών βιβλίων κατά την περίοδο του Διαφωτισμού, κυρίως στα τυπογραφεία της Βενετίας και του Λιβόρνου. Καθοριστική για τη μεταφορά ιδεών από την Ευρώπη και την Ιταλία ειδικότερα στάθηκε η μεταφραστική δραστηριότητα των Φαναριωτών και όλων των Επτανήσιων λογίων. Θα αναφέρω μόνο την ιδιαίτερα σημαντική μετάφραση (1761) της Ηθικής Φιλοσοφίας του κορυφαίου φιλοσόφου Ludovico Antonio Muratori, η οποία έγινε από τον ανανεωτή φαναριώτη Ιώσηπο Μησιόδακα επειδή ακριβώς ο Muratori εκπροσωπούσε στην Ιταλία το πνεύμα των Φώτων και μάλιστα είχε διωχθεί για τις ριζοσπαστικές θέσεις του.
Συμπερασματικά, κατά την προεπαναστατική περίοδο, έργα πρωτότυπα της ιταλικής γραμματείας ή μεταφράσεις της αναγεννησιακής παιδείας, έδωσαν στους Επτανήσιους διανοούμενους τα εφόδια για τον «Φωτισμό του Γένους», σε καιρούς δύσκολους και τόσο κρίσιμους για την εθνική και την κοινωνική ανεξαρτησία της Ελλάδας.
Πώς χρησιμοποιήθηκε η ιταλική γλώσσα από την τοπική εξουσία στα Επτάνησα;
Η τεράστια κληρονομιά της Βενετίας στα Επτάνησα μπορεί να συνοψιστεί σε τρία βασικά σημεία: Την κοινωνική οργάνωση, το νομικό σύστημα και την ιταλική γλώσσα. Η χρήση της Ιταλικής συνδέεται άμεσα με τα άλλα δύο. Όπως έδειξα στο βιβλίο μου Italoellenica. Μελέτες για τον λεξικό δανεισμό (2018), η ιταλογλωσσία αντιστοιχούσε σε γενικές γραμμές στη διαίρεση της επτανησιακής κοινωνίας σε δύο στρώματα, τους “νόμπιλους” και τον λαό, ο οποίος ωστόσο δεν περιλάμβανε μόνο το πόπολο, τη λεγόμενη “terza classe”, αλλά και τους “τσιβίλι”, τους αστούς.
Με την επικράτηση μιας καλά οργανωμένης και μορφωμένης αστικής τάξης, η χρήση της Ιταλικής άρχισε να υποχωρεί και προέκυψε έντονο το αίτημα να γίνει η Ελληνική η επίσημη γλώσσα της νεοσύστατης Επτανησιακής Πολιτείας. Η Ιταλική ωστόσο θα συνεχίσει να χρησιμοποιείται στα δημόσια έγγραφα και μετά την αποχώρηση της Βενετίας από τα Ιόνια, μέχρι το 1852. Από την άλλη, και ο νέος ποινικός κώδικας των Ιονίων Νήσων γράφτηκε στα Ιταλικά, καθώς η χρήση της Ελληνικής παρέμεινε προβληματική από την άποψη της πλήρους κωδικοποίησής της.
Στα Γενικά Αρχεία της Κέρκυρας φυλάσσεται ένας τεράστιος αριθμός εγγράφων που είναι γραμμένα στα Ιταλικά: πρακτικά κοινοβουλευτικών συνεδριάσεων, επιστολές του Κομισάριου προς τον Υπουργό των Αποικιών, καταστατικοί χάρτες, συντάγματα κ.ά. Το Εργαστήριο Γλώσσας, Μετάφρασης και Μελέτης των σχέσεων μεταξύ ιταλικής και ελληνικής γλώσσας, του οποίου προΐσταμαι, ξεκίνησε πρόσφατα τη γλωσσική μελέτη των Επτανησιακών Συνταγμάτων, που είναι πάρα πολύ σημαντικά έγγραφα, καθώς αποτελούν τα πρώτα συντάγματα που γράφονται στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα τα Επτάνησα, προσανατολισμένα όπως ήταν προς την Ιταλία και την Ευρώπη, να μπορούν να θεωρηθούν ένα πραγματικό «συνταγματικό εργαστήρι», ένα σημείο αναφοράς για τις συνταγματικές προσπάθειες του μετέπειτα ελληνικού κράτους.
Η αξία αυτών των εγγράφων, ωστόσο, δεν είναι μόνο νομική, είναι και γλωσσική, καθώς αποτυπώνουν τις συζητήσεις, ενίοτε θυελλώδεις, που γινόντουσαν στο επτανησιακό κοινοβούλιο για την καθιέρωση της Ελληνικής ως της επίσημης γλώσσας, κάτι το οποίο όμως άργησε να γίνει, μολονότι όλα τα Επτανησιακά Συντάγματα προέβλεπαν την αντικατάσταση πλέον της Ιταλικής στα δημόσια έγγραφα. Ενδεικτικά αναφέρω το εξής: Στο Σύνταγμα του 1803, λ.χ., άρθρο 211, λέγεται ρητά ότι δεν θα μπορεί να προσλαμβάνεται ως δημόσιος λειτουργός όποιος δεν κατέχει γραφή και ανάγνωση στην Ελληνική, ενώ αποφασίζεται ότι η γλώσσα αυτή «dall’anno 1820 verrà esclusivamente usata in tutti gli atti pubblici», από το 1820 θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά σε όλες τις δημόσιες πράξεις. Οι Επτανήσιοι όμως θα περίμεναν ακόμα 32 χρόνια ώσπου να γίνει αυτό!
Συνέβαλε στην ενίσχυση του φιλελληνικού ρεύματος στην Ιταλία η μετάφραση ελληνικών δημοτικών τραγουδιών από τον Niccolò Tommaseo;
Με την Antologia συνεργάζεται και ο Niccolò Tommaseo, που με τη μετάφραση των Ελληνικών Δημοτικών Τραγουδιών θα διαδώσει τη φλόγα της αλληλεγγύης σε όλη την Ιταλία. Ο συγγραφέας, φιλόλογος, γλωσσολόγος και πατριώτης Τommaseo υπήρξε κορυφαία προσωπικότητα των ιταλικών γραμμάτων του 19ου αιώνα. Λόγω της καταγωγής του από τη Δαλματία, που για τους Ιταλούς αποτελούσε αλύτρωτη πατρίδα, έδειξε ιδιαίτερη ευαισθησία για τις περιπέτειες των ανελεύθερων Ελλήνων. Θεωρούσε την Ελλάδα δεύτερη πατρίδα του και αγάπησε τη γλώσσα, το πνεύμα, τον λαό της και ό,τι ελληνικό. Έζησε για πολλά χρόνια στην εξορία, πρώτα στο Παρίσι, όπου είχε διαφύγει επικηρυγμένος εξαιτίας ενός άρθρου του για την Ελληνική Επανάσταση, και πολύ αργότερα στην Κέρκυρα. Στο νησί αυτό έζησε από το 1849 μέχρι το 1853, πάντοτε υπό την παρακολούθηση της αυστριακής αστυνομίας.
Ο Τομαζέο εξέδωσε το 1842 στη Βενετία τα Canti popolari greci, που ήταν μέρος μιας ευρύτερης συλλογής δημοτικών τραγουδιών από την Κορσική, την Τοσκάνη και την Αλβανία. Το έργο ουσιαστικά αποτελείται από τα ίδια δημοτικά τραγούδια που είχε μεταφράσει στα Γαλλικά ο Φωριέλ το 1825, αλλά με κάπως διαφορετικό φιλελληνικό συναίσθημα, δεδομένου κιόλας ότι, μετά την απελευθέρωση, υπήρχαν πλέον άλλες προτεραιότητες. Ο Φωριέλ είχε συλλάβει τα Chants populaires για να διαδώσει στο δυτικό κοινό το έπος ενός έθνους που αντιστέκεται στον ξένο κατακτητή, ενώ τα Canti του Τομαζέο προβάλλουν την Ελλάδα ως σύμβολο θα έλεγε κανείς υπερ-ιστορικό, όπου το εθνογραφικό ενδιαφέρον υποτάσσεται στο ευρύτερο φιλοσοφικό ενδιαφέρον προς μια πανανθρώπινη παγκόσμια ιστορία. Κατά συνέπεια, τα τραγούδια κατατάσσονται στη συλλογή του σύμφωνα με τις τέσσερις μεγάλες ιδέες που, σύμφωνα με τους Ρομαντικούς, είναι αυτές που κινούν τα ανθρώπινα συναισθήματα: η Αγάπη, η Οικογένεια, ο Θάνατος, ο Θεός, μαζί βεβαίως με την ιδέα της Πατρίδας.
Ένα ακόμα στοιχείο που προκαλεί το ενδιαφέρον για αυτή τη συλλογή είναι η οργάνωση του υλικού με βάση λεξιλογικά κριτήρια και με προτίμηση στις μορφοσυντακτικές δομές, όπου είναι περισσότερο εμφανές το λαϊκό αποτύπωμα. Και τούτο, όχι μόνο επειδή ήταν ο ίδιος γλωσσολόγος, αλλά επειδή ο Τομαζέο διακατέχεται από πραγματικό πάθος για την ελληνική γλώσσα: Ω γλώσσα δοξασμένη, που δίδαξες και την ανθρώπινη και τη θεϊκή αγάπη, εγώ σε αγαπώ σαν να είσαι η μητρική φωνή.
Αυτή η προσήλωσή του στην ελληνική γλώσσα θα μπορούσε να τεκμηριωθεί με πολυάριθμα παραδείγματα: λ.χ., με την επιλογή των λέξεων τις οποίες αντιστοιχεί με όρους χαρακτηριστικά ελληνικούς, όροι που δύσκολα μεταφέρονται σε μιαν άλλη γλώσσα, τα λεγόμενα “αμετάφραστα”, είτε γλωσσικά είτε πολιτισμικά: παλληκάρι, κλέφτης, λεβέντης. Πάντα ο Τομαζέο αναζητεί την προσήκουσα ιταλική λέξη που θα αποδώσει το θάρρος, την τόλμη, την ανδρεία, τη νιότη των Ελλήνων επαναστατών. Ακόμα και το θράσος του κλέφτη στα όρια της νομιμότητας αποδίδεται μέσα από λέξεις με θετικές συνδηλώσεις, κάτι που φυσικά είναι χαρακτηριστικό της ιδέας που είχαν οι Ρομαντικοί για τον λαό και για τις λαϊκές μορφές αυτού του είδους. Εξάλλου, ο θαυμασμός για την Ελληνική φαίνεται και στις παρατηρήσεις του γύρω από τη μορφοσύνταξη, όπου π.χ. εκθειάζει τον χαριτωμένο τρόπο που έχουν οι Έλληνες να φτιάχνουν τα υποκοριστικά ή όπου εξαίρει επίσης την ικανότητα αυτής της γλώσσας να εκφράζει μονολεκτικά όλες τις αποχρώσεις μιας σημασίας. Ωστόσο, ο Τομαζέο δεν μπορεί παρά να τονίζει πόσο δύσκολο είναι να αποδοθούν αυτά τα χαρακτηριστικά στην ιταλική γλώσσα: πώς να μεταφραστεί άραγε το ολημερούλα του λαϊκού ποιητή; Και πώς τα γλυκοφιλήματα, αυτή η σύνθετη λέξη με τόσο ισχυρή ενότητα; Η ρομαντική ενατένισή του της ελληνικής παράδοσης φτάνει μέχρι τον θαυμασμό για ένα καθαρά ελληνικό στοιχείο, από τα αδύνατα της μετάφρασης στα Ιταλικά: την υιοθέτηση του ονόματος ή του επιθέτου του άντρα από τη σύζυγό του, ας πούμε η Τζαβέλαινα, η Γιώργενα. Στην άποψη αυτού του ιδεολόγου, η συνήθεια αυτή σφραγίζει και γλωσσικά την ένωση των δύο ψυχών και γίνεται metafora sacramentale, όπως γράφει, μυστηριακή μεταφορά. Με αυτό μάλλον εκφράζει κάποια προσωπικά του βιώματα, δεδομένου ότι ο ίδιος είχε παντρευτεί μια ταπεινή Κερκυραία, χήρα με παιδιά, με την οποία έμεινε πολύ δεμένος μέχρι τον θάνατό της, παρά την αποδοκιμασία των Ελλήνων συντρόφων του, κατά τα άλλα φιλελεύθερων και δημοκρατών… Ο μόνος που του συμπαραστάθηκε ήταν ο Σολωμός, καθώς πνεύμα άδολο και πραγματικά ελεύθερο.
Ποιός ήταν ο ρόλος του ιταλικού περιοδικού Antologia στη διαμόρφωση μιας επαναστατικής συνείδησης;
Τόσο στην Ιταλία όσο και στην Ελλάδα, ειδικά κατά την πρώτη περίοδο της Παλιγγενεσίας, η γλώσσα συγκαταλέγεται ανάμεσα στα συστατικά στοιχεία του πατριωτισμού. Θεωρείται δηλαδή ως ένα από τα θεμέλια στα οποία στηρίζεται η εθνική ενότητα, μαζί με τη θρησκεία, τις παραδόσεις και τον, απροσδιόριστο ωστόσο, δεσμό του αίματος. Στη συνέχεια, με την ίδρυση του κράτους, η γλώσσα, από φιλολογικό εργαλείο θα αντιμετωπίζεται πλέον ως επίσημο όργανο για τη διοικητική και γραφειοκρατική λειτουργία, με τις επακόλουθες κοινωνικές, οργανωτικές και εκπαιδευτικές ανάγκες. Έτσι, και στις δύο χώρες, προκύπτει το αίτημα της επιλογής μιας κοινής γλώσσας απαλλαγμένης από τα δεσμά της αρχαίας παράδοσης και κατάλληλης να εκπροσωπήσει το κράτος-έθνος. Ωστόσο, στην Ελλάδα όπως και στην Ιταλία, με κάποιες βεβαίως διαφοροποιήσεις, η γλώσσα παραμένει εγκλωβισμένη στη διμορφία, με τη γραπτή ποικιλία από τη μια και την προφορική από την άλλη. Αναπόφευκτα λοιπόν, η προσπάθεια για τη γλωσσική μεταρρύθμιση εξελίσσεται σε διαμάχη, με τους «αρχαϊστές» να υποστηρίζουν τη γραπτή γλώσσα με το μεγάλο φιλολογικό κύρος και τους δημοτικιστές να υπερασπίζονται την προφορική, ως την πιο αυθεντική μορφή. Το ενδιαφέρον για μας είναι ότι αυτή η διαμάχη των Ελλήνων διανοητών, μέσα από τις σελίδες του φιλελληνικού περιοδικού Antologia, θα επεκταθεί και στην Ιταλία, όπου το γλωσσικό ζήτημα είναι διαχρονικό.
Το περιοδικό, ιδρυθέν στη Φλωρεντία το 1821 από τον Gian Pietro Vieusseux, ακολούθησε από κοντά τις εξελίξεις της ελληνικής επανάστασης, ώστε αναδείχτηκε ως η σημαντικότερη έκφραση του ιταλικού Φιλελληνισμού. Μέχρι το κλείσιμό της το 1833, στην Antologia δημοσιεύονται άρθρα που εξυμνούν τον λαό και το έθνος, αλλά και τη φιλολογία ως το όργανο επιμορφωτικό αλλά και διαμορφωτικό της συνείδησης των λαών. Μελετώντας αυτό το περιοδικό, μπορεί κανείς να κατανοήσει καλύτερα το πνευματικό περιβάλλον της Ιταλίας σε μια περίοδο που είναι η Ιταλία πλέον που προσβλέπει στην Ελλάδα ως πηγή έμπνευσης για την κατάκτηση της δικής της εθνικής ενότητας.
Στην Antologia λοιπόν ο Αντρέας Μουστοξύδης δημοσιεύει το 1825 το πύρινο άρθρο του με τίτλο Considerazioni sulla presente lingua de’ Greci “Κάποιες σκέψεις γύρω από την ελληνική γλώσσα”. Σκοπός του είναι, από τη μια να κάνει γνωστή στους Ιταλούς Φιλέλληνες τη σύγχρονη, την πραγματική γλώσσα των Ελλήνων και από την άλλη να λάβει ουσιαστικά μέρος στο «γλωσσικό ζήτημα», τόσο στην Ιταλία όσο και την Ελλάδα. Υπενθυμίζω ότι ο Μουστοξύδης ήταν βαθύς γνώστης και των δύο πολιτισμών, έχοντας γεννηθεί στην Κέρκυρα αλλά με μακρόχρονη διαμονή στη Φλωρεντία και το Μιλάνο. Ουσιαστικά αποτελούσε έναν σύνδεσμο μεταξύ των φιλελεύθερων κύκλων εκατέρωθεν. Παράλληλα, ανέπτυξε σπουδαία φιλολογική δραστηριότητα και είναι αξιοσημείωτο ότι συνεργάστηκε με τον ποιητή Vincenzo Monti στη μετάφραση της Ιλιάδας και με τον Τομαζέο στη μετάφραση των δημοτικών τραγουδιών.
Στο δοκίμιό του στην Antologia, ο Μουστοξύδης κάνει μια αναδρομή στην εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας από την αρχαιότητα ως τις μέρες του, υποστηρίζοντας ουσιαστικά την αδιάσπαστη ενότητα της Ελληνικής: «Τη γλώσσα αυτή, άλλοι την είπαν γραική άλλη μιξο-βάρβαρη, αλλά η πραγματική της ονομασία θα πρέπει να είναι ελληνική ή νέα ελληνική». Αναγνωρίζει ο Μουστοξύδης τον διαχωρισμό της γραπτής από την προφορική γλώσσα, ο οποίος επήλθε διαχρονικά, θεωρεί ωστόσο την ομιλούμενη γλώσσα ως την πιο πηγαία έκφραση του ελληνικού λαού. Εξάλλου, υπενθυμίζει την τεράστια προσφορά των λογίων της Διασποράς στη διαμόρφωση της σύγχρονης Ελληνικής, αφού αυτοί τη διέσωσαν στην Ιταλία, με τις μεταφράσεις και τη διδασκαλία τους. Να θυμηθούμε στο σημείο αυτό, ότι στη Ρώμη γράφτηκε η πρώτη γραμματική της σύγχρονης Ελληνικής, από τον Νικόλαο Σοφιανό. Έτσι, η Ελληνική διεύρυνε πάλι το λεξιλογικό της φορτίο, εμπλουτίζοντάς το με κοινωνικές, ηθικές και πολιτικές έννοιες που την καθιστούν κατάλληλη και για να εκφράσει τις σύγχρονες ανάγκες. Και αν κάποιος ρωτήσει ποια είναι σήμερα η γλώσσα των Ελλήνων, καταλήγει ο Μουστοξύδης, δεν μπορεί παρά να δει τη γλώσσα των καλύτερων συγγραφέων, όπου ενώνεται η παλιά με τη νέα, η γραπτή με την προφορική, και στην οποία ο χρυσός της γλώσσας του λαού διυλίζεται και λάμπει πιο καθαρός. Τέλος, κάνει συστάσεις στους Έλληνες διανοούμενους, ώστε να καταρτίσουν ένα λεξικό που θα περιέχει τους κανόνες της καλύτερης γλώσσας, της eclettica, όπως την αποκαλεί χαρακτηριστικά, με έναν όρο που παραπέμπει ευθέως στις θέσεις της corrente eclettica, του ρεύματος του εκλεκτισμού, που είχε διαμορφωθεί στο πλαίσιο του γλωσσικού ζητήματος της Ιταλίας. Ενδεικτικό του πόσο δεμένος ήταν ο Μουστοξύδης με τα πράγματα της Ιταλίας, όπως και πολλοί άλλοι Έλληνες της εκεί Διασποράς, είναι το ότι, όντας πλέον στην Κέρκυρα, θα ιδρύσει την ελληνική εκδοχή του περιοδικού με τον τίτλο Antologia Ionia, όπου δημοσιεύονταν άρθρα και στις δύο γλώσσες. Άλλωστε, ας μην ξεχάσουμε ότι η Ιταλική παρέμεινε επίσημη γλώσσα στα Επτάνησα μέχρι τα μέσα του αιώνα. Την προσφορά του στη διάδοση του Αγώνα και στα γράμματα αναγνώρισε και ο Κυβερνήτης Καποδίστριας, ορίζοντάς τον υπουργό Παιδείας.
Πώς εκφράστηκε ο ιταλικός φιλελληνισμός κατά την περίοδο του απελευθερωτικού αγώνα στην Ελλάδα;
Κατά την α’ περίοδο του Φιλελληνισμού, στην Ιταλία, επικά γεγονότα όπως η σφαγή της Χίου, η έξοδος του Μεσολογγίου, η ναυμαχία του Ναυαρίνου και η αντίσταση των Σουλιωτών κυριαρχούν στη λογοτεχνική παραγωγή, ενώ ο Μάρκος Μπότσαρης έχει γίνει ήρωας. Στο περίφημο ποίημά του I profughi di Parga του 1821, ο Giovanni Berchet περιγράφει τη δραματική φυγή των Παργινών προς την Κέρκυρα, στιγματίζοντας παράλληλα την αδιαφορία των Άγγλων που είχαν παραδώσει την πόλη στους Οθωμανούς.
Che t’importa, o vilissimo Inglese,
Se un ramingo di Parga morì!
Quella voce è il dispetto de’ forti
Che, traditi, più patria non hanno
Τι σε μέλλει, Εγγλέζε αχρείε,
Αν της Πάργας πεθαίνουν οι πρόσφυγες.
Η κραυγή τους, του ισχυρού η καταδίκη
Που τους πρόδωσε και πατρίδα δεν έχουν.
Το κίνημα αλληλεγγύης ωστόσο δεν σταμάτησε με την απελευθέρωση της Ελλάδας και συνεχίστηκε στα μετέπειτα χρόνια, όταν Έλληνες και Ιταλοί ξεσηκώθηκαν πάλι, οι μεν πρώτοι για να αποκτήσουν τα συνταγματικά δικαιώματα από τον Όθωνα (1844), οι δε Ιταλοί για να αποτινάξουν την εξουσία του Πάπα και των Βουρβόνων. Έτσι, όταν απέτυχαν οι εξεγέρσεις του ’30-’31 και του ’48-’49 στην Ιταλία, σειρά είχε η Ελλάδα να συμπαρασταθεί στους Ιταλούς αντιφρονούντες. Πλήθος Ιταλών εξόριστων έγιναν δεκτοί τότε στην Ελλάδα και σημαντικές προσωπικότητες βρήκαν, κυρίως στα Επτάνησα, θερμή φιλοξενία και υλική υποστήριξη. Αναφέρονται ενδεικτικά ο Niccolò Tommaseo, ο Daniele Manin, ο Luigi Mercantini και ο Guglielmo Pepe. Μάλιστα, οι πηγές αναφέρουν ότι γινόντουσαν σχέδια να ιδρυθεί μία νέα πόλη στον Κορινθιακό Κόλπο για την υποδοχή αυτών των πολιτικών προσφύγων.
Γιατί ξεχώρισε ο επαναστάτης Φιλέλληνας Σανταρόζα για τη συμμετοχή του στην ελληνική εξέγερση κατά της οθωμανικής εξουσίας;
Η δράση των Ιταλών Φιλελλήνων εκδηλώθηκε κυρίως στην Πελοπόννησο, ιδίως στο Ναύπλιο, επεκτάθηκε ωστόσο και σε άλλα πεδία μάχης, όπου χύθηκε το αίμα αρκετών από αυτούς. Η σκέψη πηγαίνει αυτομάτως στην εμβληματική προσωπικότητα του αρχηγού των εθελοντών του Πιεμόντε, του Santorre di Santarosa, που έπεσε το 1825 στη Σφακτηρία.
Ο κόμης Σαντόρε ντι Σανταρόζα ήταν στρατιωτικός και επαναστάτης κατά των Αυστριακών. Όταν τελικά στην ιδιαίτερη πατρίδα του επικράτησε προσωρινά ο πρίγκιπας της Σαβοΐας και παραχωρήθηκε το Σύνταγμα, στον Σανταρόζα ανατέθηκε το υπουργείο του Πολέμου. Με την επάνοδο των Αυστριακών, μετά από τη φυλάκισή του και στη συνέχεια απελευθέρωσή του και αφού διώχτηκε και από την Ελβετία, ο Σανταρόζα κατέφυγε στην Αγγλία όπου εντάχτηκε στο κομιτάτο των φιλελλήνων. Το 1824 ήρθε στην Ελλάδα, όπου συμμετείχε με το «αστικό» επίθετό του Ντερόσι σε δράσεις με επικεφαλής τον Κουντουριώτη και τον Μαυροκορδάτο. Κατά την επίθεση του Ιμπραήμ στη Σφακτηρία, αρνήθηκε να παραδοθεί και σκοτώθηκε από αιγύπτιο στρατιώτη. Η Σφακτηρία του αφιέρωσε ένα μνημείο, ενώ δρόμοι ελληνικών πόλεων φέρουν το όνομά του. Και η Ιταλία, βεβαίως, τον τιμά ως έναν από τους ήρωες του Risorgimento.
Ποιός ήταν ο ρόλος του Ιταλού επαναστάτη καρμπονάρου Vincenzo Gallina στη συγγραφή του πρώτου συντάγματος της Ελλάδας;
Κατά το 1821 και το 1822 ήρθαν στην Ελλάδα από την Ιταλία πολλοί πατριώτες: αξιωματικοί, γιατροί και άνθρωποι των γραμμάτων. Μεταξύ αυτών ήταν ο εξόριστος Vincenzo Gallina από τη Ραβέννα, μέλος του ανώτατου συμβουλίου της Καρμπονερίας της Ρομάνιας (Consiglio Supremo Carbonico nelle Romagne), ο οποίος συνόδευε τον κόμη Πιέτρο Γκάμπα (Pietro Gamba) και τον λόρδο Μπάυρον. Για τον Gallina, βέβαια, πολύ καλύτερα θα μιλούσε ένας ιστορικός. Τα φιλελληνικά συναισθήματα του Gallina στην Ιταλία δεν είναι πολύ γνωστά όπως του Santorre di Santarosa, αλλά στην Ελλάδα θεωρείται ήρωας γιατί υπήρξε από τους πρωτεργάτες της προσπάθειας, ώστε η επαναστατημένη Ελλάδα να οργανωθεί διοικητικά και πολιτικά. Ως νομικός (σύμφωνα όμως με πηγές, η ιδιότητά του ήταν απλά αυτή του εμπόρου) και χάρη στην πλούσια δράση του ως καρμπονάρου, συνεργάστηκε με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον Θεόδωρο Νέγρη στη σύνταξη του κειμένου του Συντάγματος της Πρώτης Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου, στην οποία συμμετείχε ο ίδιος. Το πρώτο αυτό Σύνταγμα («Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος») ψηφίστηκε την Πρωτοχρονιά του 1822 και, ως γνωστό, έλκυε την έμπνευσή τους από το σύνταγμα που είχε συνταχθεί στη Γαλλική Επανάσταση, κατά την περίοδο του Διευθυντηρίου (1795). Ο Γερμανός φιλέλληνας και ουμανιστής Friedrich Thiersch (Ειρηναίος Θείρσιος), ο οποίος δραστηριοποιήθηκε πάρα πολύ για την οικονομική υποστήριξη της Επανάστασης στη Γερμανία και την Τεργέστη, δίνει την εξής περιγραφή του Gallina: «ένας τέτοιος [από τους φιλέλληνες που συμβουλεύονταν οι Έλληνες] ήταν και ένας Ιταλός ονόματι Γκαλλίνα που είχε φέρει στην Ελλάδα ένα βιβλίο που περιείχε τα πιο μοντέρνα συντάγματα. Ήταν ένας θησαυρός που ο ιδιοκτήτης του δεν τον αποχωριζόταν ποτέ, ένα μαντείο που συμβουλευόταν και με τη βοήθεια του οποίου κατάφεραν να εγκαθιδρύσουν στην Ελλάδα ένα πολιτικό σύστημα».
Τι αντίκτυπο είχε στην Ελλάδα η δράση του Giuseppe Garibaldi για την ιταλική ανεξαρτησία;
Η έναρξη του β’ πολέμου για την Ανεξαρτησία της Ιταλίας, με την επακόλουθη Κάθοδο των Χιλίων υπό τον Γκαριμπάλντι από το Quarto της Genova στη Σικελία, το 1860, είχε μεγάλο αντίκτυπο στην Ελλάδα, σηματοδοτώντας μάλιστα τη β´ περίοδο του ιταλικού Φιλελληνισμού.
Το τολμηρό εγχείρημα του Γκαριμπάλντι είχε προκαλέσει μεγάλο ενθουσιασμό στα Βαλκάνια, κυρίως στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα ο ίδιος να γίνει θρύλος και η απεικόνισή του να απαγορευτεί σε όλη την Οθωμανική αυτοκρατορία. Ακόμα και ο Παλαμάς απευθύνει έκκληση στον ήρωα απελευθερωτή:
Της Ιταλίας ο ήρωας απάνου απ’ τα βουνά της
νά τος σκυφτός, νυχτόημερα την Ιταλία φυλάει!
Μα εγώ δεν έχω τίποτε πιο απλό, πιο ταιριασμένο,
πιο γκαρδιακό, απ’ τ’ ανάκρασμα της Ιταλίδας άρπας
στων ταπεινώνε σου αδερφιών τα χέρια τρανεμένων
απ’ την αγάπη σου, ήρωα, κι απ’ τη δική σου δόξα.
Μέσ’ απ’ τα πρώτα χρόνια μου νά η θύμηση η χαρίστρα
τα φέρνει· Εβίβα Λιμπερτά, κι εβίβα Γαριβάλδη!
Σε αυτή τη β’ φάση του Φιλελληνισμού, πραγματοποιούνται τρεις τουλάχιστον επεμβάσεις των εθελοντών Γκαριμπαλντίνων στην Ελλάδα. Το βασικό σκεπτικό των επαναστατών, ήταν ότι το πρόβλημα της εθνικής ανεξαρτησίας έπρεπε να επιλυθεί από τα κάτω, με τη λαϊκή ανατροπή, και οπωσδήποτε όχι άνωθεν, με τις επεμβάσεις των μεγάλων δυνάμεων. Έτσι, ακολουθώντας το παράδειγμα της Ιταλίας, δημιουργήθηκαν και στην Ελλάδα τα πατριωτικά κομιτάτα, με σκοπό τη γενική εξέγερση εναντίον των Οθωμανών. Στα Επτάνησα, ειδικότερα, που τότε πρέπει να θεωρούνταν κάτι σαν «άντρο τρομοκρατών», ιδρύθηκε η Μεγάλη Αδελφότητα, κατά το παράδειγμα της Giovine Italia του Giuseppe Mazzini, που το βασικό ιδεώδες του ήταν Pensiero e Azione, Σκέψη και Δράση. Με τον ίδιο τρόπο, η Αδελφότητα οραματιζόταν τη Giovine Europa, η οποία θα περιελάμβανε την ελεύθερη πλέον Ελλάδα, με ενσωματωμένα τα Επτάνησα και τις αλύτρωτες περιοχές της, όπως η Κρήτη.
Έτσι, όταν το 1866 ξέσπασε η επανάσταση στην Κρήτη, 2000 Ιταλοί εθελοντές με 80 γαριβαλδίνους αξιωματικούς κατέβηκαν στη Μεγαλόνησο για να την υποστηρίξουν. Από αυτούς που έχασαν τη ζωή τους στα πεδία μάχης του Αποκορώνου, του Κίσσαμου και αλλού, ιδιαίτερο φόρο τιμής οφείλουμε στη μνήμη του μόλις δεκαεξάχρονου μαθητή του Γυμνασίου του Παλέρμο, Rosolino di Falco. Η εμπειρία της Κρήτης δυστυχώς διέψευσε τα μεγαλεπήβολα απελευθερωτικά σχέδια των Γκαριμπαλντίνων, ότι και σε άλλα ανελεύθερα εδάφη θα μπορούσε να νικήσει ο Φιλελευθερισμός, όπως είχε συμβεί στη νότια Ιταλία, και ότι η Κωνσταντινούπολη θα έπεφτε, όπως είχε πέσει η Νάπολι και το βασίλειο των Βουρβόνων. Ο τραγικός όμως θάνατος των εθελοντών φαίνεται ότι ενίσχυσε τους δεσμούς ανάμεσα στους Έλληνες και τους Ιταλούς επαναστάτες. Ακολούθησαν λοιπόν μία δεύτερη προσπάθεια, που όμως απέτυχε αμέσως και οι Γκαριμπαλντίνοι απελάθηκαν κατευθείαν από τον Πειραιά, και άλλες δύο επεμβάσεις τους, στη Θεσσαλία το 1897 κατά τον α’ βαλκανικό πόλεμο και στην Ήπειρο το 1914, κατά τον βορειοηπειρωτικό αγώνα. Ειδικά στην πρώτη, στο Δομοκό, όπου αγωνίστηκαν χιλιάδες Ιταλοί σοσιαλιστές και αναρχικοί, με επικεφαλής τον γιο του Γκαριμπάλντι Ricciotti, χάθηκαν 22 εθελοντές Γαριμπαλντίνοι και τραυματίστηκαν πολλοί άλλοι.
Οι Φιλέλληνες αυτοί δεν είχαν να προσφέρουν πολλά στην Ελλάδα σε όπλα ή χρήμα. Κατόρθωσαν όμως και κράτησαν σε επαγρύπνηση την κοινή γνώμη στην Ιταλία και την Ευρώπη για τη μοίρα μιας χώρας που ανέκαθεν θεωρούνταν αδελφική. Οι εκστρατείες των Γαριμπαλντίνων, με τον ισχυρό συμβολισμό τους, αποτέλεσαν απτό σημάδι του δεσμού μεταξύ των δύο χωρών, που μπορεί να ράγισε στη συνέχεια, αλλά δύσκολα πεθαίνει. Εμβληματικό είναι το μήνυμα που έστελνε το 1919 ο Επτανήσιος Κώστας Καιροφύλας, με την ευκαιρία της Συνδιάσκεψης Ειρήνης των Παρισίων, όπου υπήρχαν φήμες για ασυμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας:
Ας μην δοθούν ευήκοα ώτα στις κακόβουλες προσπάθειες κοινών εχθρών. Ας δώσουμε τα χέρια, στην πεποίθηση ότι αυτή η προσέγγιση θα ωφελήσει και τις δύο χώρες.
Παραπομπή:
– Domenica Minniti-Γκώνια, Η Ελληνική γλώσσα στην Ιταλία: Ελληνικές Κοινότητες και Ελληνόφωνοι, στον τόμο Ο Ελληνισμός της Διασποράς, Β’. Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, σσ. 180-200.
– Domenica Minniti-Γκώνια, La Traduzione. Storia – Teoria – Pratica. Εκδόσεις του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα 2018, σσ. 200.
Domenica Minniti-Γκώνια
Η Domenica Minniti-Γκώνια είναι Καθηγήτρια Ιταλικής Γλωσσολογίας και Μετάφρασης στο Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΕΚΠΑ και εντεταλμένη Καθηγήτρια Ελληνικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Federico II της Νάπολι.
Έκανε προπτυχιακές σπουδές στη Σχολή για Lingue e Letterature Straniere του Πανεπιστημίου Orientale της Nάπολι και μεταπτυχιακές σπουδές Ιταλικής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο La Sapienza της Ρώμης. Είναι κάτοχος διδακτορικού τίτλου από το Τμήμα Φιλολογίας του ΕΚΠΑ.
Διδάσκει και έχει διδάξει μαθήματα Ιταλικής Γλωσσολογίας και Μεταφρασεολογίας με έμφαση στην Ιστορική Γλωσσολογία.
Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα αφορούν τη μελέτη της επαφής μεταξύ ιταλικής και ελληνικής γλώσσας, με έμφαση στον λεξικό δανεισμό και τη διαλεκτολογία των ελληνικών ιδιωμάτων της νότιας Ιταλίας.
Έχει δημοσιεύσει άρθρα σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά (ΕΕΦΣΠΑ, Rivista Italiana di Dialettologia, Italia dialettale, Studi di Linguistica Teorica e Applicata κ.ά.) και έχει επιμεληθεί 3 συλλογικούς τόμους. Έχει συγγράψει επίσης τις εξής μονογραφίες και βιβλία: Oralità e poesia nella grecofonia calabrese (1983), Una ricerca sociolinguistica nella grecità calabrese (1990), L’elemento nazional-popolare in Gramsci e Seferis: lingua, cultura, letteratura (1996), Storia della lingua italiana (2008), Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών για τη διδασκαλία της Ιταλικής γλώσσας στο Λύκειο (2008), Le parole e i significati dell’italiano (2010), Italiano LS. Teoria e prassi (2012), La ienti de Sïón. Un’elegia del XIII sec. in dialetto giudeo-italiano (2012), La Traduzione. Storia – Teoria – Pratica (2018), Italoellenica Α’. Μελέτες για τον λεξικό δανεισμό (2018).
Είναι Διευθύντρια του εργαστηρίου Γλώσσας, Μετάφρασης και Μελέτης των σχέσεων μεταξύ ιταλικής και ελληνικής γλώσσας (Lab.It.El.), μέλος της ομάδας της Accademia della Crusca για τους ιταλισμούς στις γλώσσες του κόσμου και του Atlante Linguistico Mediterraneo, καθώς επίσης συντονίστρια της ερευνητικής ομάδας για την παραγωγή εκπαιδευτικού υλικού στο Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΕΣΠΑ) και Επιστημονική Υπεύθυνη για 4 επιμορφωτικά προγράμματα του ΚΕ.ΔΙ.ΒΙ.Μ. του ΕΚΠΑ. Το 2015 ίδρυσε το διεθνές συνέδριο Italoellenica, το οποίο διοργανώνεται στο ΕΚΠΑ ανά διετία και εκδίδει τα σχετικά Πρακτικά. Το 2020, τέλος, θέσπισε το Seminario Permanente di Dialettologia, το οποίο διεξάγεται στο ΕΚΠΑ σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Federico II της Νάπολι.
Italoellenica Α'. Μελέτες για τον λεξικό δανεισμό
πηγές εικόνων:
British Library
Rijksmuseum
Library of Congress
επεξεργασία εικόνων:
Ομάδα Πάλσαρ | Pulsar group