Η μνήμη των Φαναριωτών

συνέντευξη με την καθηγήτρια ιστορίας Χριστίνα Φίλιου

Ποιοι παράγοντες οδήγησαν στη διαμόρφωση της κοινότητας των Φαναριωτών και τους έδωσαν τη δυνατότητα να αποκτήσουν πολιτική δύναμη και οικονομική άνεση μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία;

Κατ’ αρχάς θα ήθελα να αποσαφηνίσω ότι χρησιμοποιώ τον όρο “Φαναριώτης” για να υποδηλώσω μια κοινωνική και πολιτική ομάδα μέσα στο οθωμανικό πλαίσιο, αντί για αυτό της ελληνικής εθνικής ιστορίας. Κατανοώ ότι ο όρος αυτός μεταφέρει πολλές και σημαντικές συνδέσεις και συνειρμούς στο ελληνικό εθνικό φαντασιακό, και ότι αυτές οι συνδέσεις τονίζουν τον παράδοξο ρόλο των Φαναριωτών, ταυτόχρονα ως συνεργατών της οθωμανικής εξουσίας και αυτών που βοήθησαν να διαδοθούν οι ιδέες του Διαφωτισμού στους ορθόδοξους χριστιανούς των Βαλκανίων, στο δρόμο για την ελληνική επανάσταση. Μέσα σε αυτό το εθνικό φαντασιακό, η κατηγορία των “Φαναριωτών” περιορίζεται σε ελάχιστες (ο Halil Inalcik, πατέρας των οθωμανικών σπουδών, προσδιορίζει 11) ελίτ οικογένειες, ελληνορθόδοξες, ελληνόφωνες και με σημαίνουσα καταγωγή από τις βυζαντινές οικογένειες, οι οποίες ανήλθαν στην εξουσία κατά τον 17ο και 18ο αιώνα στην οθωμανική αυτοκρατορία.

Όλοι οι Έλληνες γνωρίζουν ότι το όνομα “Φαναριώτης” προέρχεται από τη σύνδεση με το Φανάρι, τη συνοικία της Κωνσταντινούπολης όπου βρίσκεται το Ορθόδοξο Πατριαρχείο από τον 17ο αιώνα μέχρι σήμερα. Τα σπιτικά που έφτιαχναν στο Φανάρι συνδέονταν με το γειτονικό Ορθόδοξο Πατριαρχείο, αλλά και με θεσμούς και πολλές επαρχίες πέρα από την Κωνσταντινούπολη. Ο Νικολάε Γιόργκα, επίσης, έχει γράψει εκτενώς για αυτές τις οικογένειες και τον έλεγχο που ασκούσαν στην εκκλησία και, κατ’ επέκταση, στις παραδουνάβιες ηγεμονίες της Μολδαβίας και Βλαχίας, όπου οι εκκλησιαστικές κτήσεις του Ορθόδοξου Πατριαρχείου ήταν εκτενείς.

Σε αυτό τον κύκλο οικογενειών, ξεκινώντας με τον Παναγιώτη Νικούσιο και τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, είχαν αποδοθεί στις αρχές του 18ου αιώνα τα τέσσερα υψηλά αξιώματα του Πρίγκηπα της Μολδαβίας και Βλαχίας, του Μέγα Δραγουμάνου (της οθωμανικής αυλής) και του Δραγουμάνου του στόλου. Ονόματα όπως Μαυροκορδάτος, Υψηλάντης, Χαντζερής, Αργυρόπουλος, Καλλιμάχης Και Καρατζάς είναι πολύ γνωστά στους Έλληνες σήμερα, και πραγματικά ήταν σημαντικοί πρωτοπόροι στο φαινόμενο των Φαναριωτών που πραγματεύομαι στο βιβλίο Βιογραφία μιας αυτοκρατορίας – Κυβερνώντας Οθωμανούς σε μια εποχή επαναστάσεων. Κατά τον 16ο και 17ο αιώνα, οι πρώτες οικογένειες Φαναριωτών, συχνά με καταγωγή από τη Χίο και με εμπορική δραστηριότητα, έστελναν τους γιους τους να σπουδάσουν ιατρική σε ιταλικές πόλεις όπως η Πάντοβα και η Βενετία. Όταν αυτοί επέστρεφαν, είχαν αποκτήσει γνώσεις, όχι μόνο για την ιατρική αλλά και για τις Ευρωπαϊκές γλώσσες, κάτι που ήταν πολύτιμο στον Οθωμανό Μεγάλο Βεζίρη, όπως αυτών της δυναστείας Köprülü στο τέλος του 17ου αιώνα.

Κάποιοι από αυτούς τους πρώτους Φαναριώτες, ειδικά αυτοί από την οικογένεια Μαυροκορδάτου, είχαν μεγάλη συνεισφορά στο ελληνικό πνεύμα και τον πολιτισμό, αντλώντας από την πλούσια παράδοση της αρχαίας ελληνικής και λατινικής λογοτεχνίας και φιλοσοφίας, με ενδιαφέρον για τα σύγχρονα πνευματικά κινήματα της Ευρώπης του 18ου αιώνα. Ωστόσο, όταν επικεντρωνόμαστε μόνο σε αυτές τις εκφάνσεις της ιστορίας των Φαναριωτών, χάνουμε το κεντρικό θέμα. Η κύρια απασχόληση τους ήταν η δουλειά που έκαναν για την Οθωμανική αυτοκρατορία. Ήταν αξιωματούχοι, ακόμα και αν είχαν πολύ επιφανή και υψηλό χαρακτήρα, αλλά παρόλα αυτά αξιωματούχοι του Οθωμανού Σουλτάνου, εξυπηρετώντας αυτόν και τα συμφέροντα του και προωθώντας τα δικά τους συμφέροντα στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες.

Αυτό που υποστηρίζω και αυτό που βρήκα μέσα από την έρευνα μου, ξεφεύγει λοιπόν από την παραδοσιακή και περιορισμένη αντίληψη για τους Φαναριώτες, η οποία επικεντρώνεται στο ρόλο τους στον ελληνικό διαφωτισμό και την εθνική ιστορία της Ελλάδας. Στο βιβλίο μου παρουσιάζω πως οι Φαναριώτες μεταμορφώνονταν σε ένα μεγαλύτερο και πιο σημαντικό πολιτικό φαινόμενο, όπως και άλλες κοινωνικές και πολιτικές ομάδες γύρω τους, μέσα στο τοπίο της οθωμανικής διακυβέρνησης το 18ο αιώνα, όπως για παράδειγμα οι αγιάν (μουσουλμάνοι περιφερειακοί αξιωματούχοι) και οι γενίτσαροι (το αυτοκρατορικό πεζικό που εξελίχθηκε στον ιστό κράτους και κοινωνίας μέχρι το 18ο αιώνα). Η οθωμανική διακυβέρνηση ήταν ιδιαίτερα αποκεντρωμένη το 18ο αιώνα – η στρατιωτική και επαρχιακή διοίκηση ήταν ουσιαστικά ανατεθειμένη σε τοπικούς και περιφερειακούς παράγοντες, μιας και η κεντρική εξουσία δεν είχε ούτε τα έσοδα ούτε τη δυνατότητα να ελέγξει την αυτοκρατορία από την Κωνσταντινούπολη.

Οι Φαναριώτες, όπως και εκείνες οι άλλες ομάδες μουσουλμάνων υψηλών προσώπων και περιφερειακών παραγόντων (όπως ο διαβόητος Αλή Πασάς των Ιωαννίνων), εκμεταλλεύτηκαν αυτή τη συνθήκη και επέκτειναν τη δύναμη και την επιρροή τους στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα των Χριστιανών και σε ακόμα μεγαλύτερες εκτάσεις κατά το τέλος του 18ου αιώνα. Ο αυξανόμενα σημαντικός ρόλος της Ρωσίας, ιδιαίτερα μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774, έδωσε ακόμα περισσότερη στρατηγική δύναμη σε αυτούς τους Φαναριώτες, καθώς μπορούσαν να επικοινωνούν και να μεσολαβούν μεταξύ της οθωμανικής και ρωσικής εξουσίας, αλλά και των αυστριακών χωρών στα ανατολικά και βόρεια.

Η διαδικασία που ιχνηλατώ στο βιβλίο, η εξάπλωση αυτών των δικτύων των Φαναριωτών, με τις επιφανείς οικογένειες στην κορυφή, προέκυψε στο τελευταίο τέταρτο του 18ου και στην αρχή του 19ου αιώνα, στην πραγματικότητα στην αυγή της ελληνικής επανάστασης. Τα δίκτυα που διαμόρφωσαν αυτές οι επιφανείς οικογένειες περιελάμβαναν την ένταξη κοινών ανθρώπων από τις χριστιανικές κοινότητες των Βαλκανίων, τον εξελληνισμό τους μέσα από την ελληνόφωνη παιδεία, αν μιλούσαν σλαβικά, αλβανικά, ρουμανικά ή βλάχικα, καθώς και την πρόσληψή τους στις ακολουθίες και διοικητικές υπηρεσίες που αναπτύσσονταν από τα σπιτικά των Φαναριωτών στην Κωνσταντινούπολη στη Μολδαβία και στη Βλαχία.

Αυτή η εξάπλωση των δικτύων των Φαναριωτών αξιοποίησε τις υπάρχουσες συνδέσεις του κλήρου και των εκκλησιαστικών θέσεων, των ακαδημαϊκών και των εμπορικών δικτύων που έκαναν δυνατή τη συγκέντρωση κεφαλαίου, το οποίο με τη σειρά του είχε επιρροή στην εκκλησία και στην οθωμανική εξουσία. Ήταν κάτι παρόμοιο με τους τρόπους που εξαπλώνονταν τα δίκτυα των γενιτσάρων και των μουσουλμάνων αγιάν, αλλά και των διοικητικών δομών ταυτόχρονα. Έτσι, οι Φαναριώτες εμπλέκονταν και λειτουργούσαν με παρόμοιες στρατηγικές με αυτές των μουσουλμάνων ομολόγων τους στο ευρύτερο πεδίο της οθωμανικής εξουσίας. Αυτός είναι ένας νέος τρόπος για να δούμε τους Φαναριώτες και, παρόλο που μας ωθεί στο να διευρύνουμε την έννοια του τι ήταν ο “Φαναριώτης”, πιστεύω ότι είναι μια ακριβής απεικόνιση των κοινωνικών και πολιτικών διαδικασιών που ήταν σε εξέλιξη, ακόμα και αν δεν είχαν διατυπωθεί εκείνη τη χρονική περίοδο.

Ο βασικός χαρακτήρας στο βιβλίο μου είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση. Ο Στέφανος Βογορίδης, ο οποίος θεωρούνταν από τους Οθωμανούς, τους Ευρωπαίους αλλά και τον ίδιο ένας Φαναριώτης, στην πραγματικότητα γεννήθηκε ως Stoiko Stoikov, σε μια βουλγαρόφωνη οικογένεια στο Kotel, στη σημερινή κεντρική Βουλγαρία, στα τέλη του 1770. Εξελληνίστηκε χάρη στην παιδεία που έλαβε στην Αυθεντική Ακαδημία Βουκουρεστίου των Φαναριωτών, άλλαξε το όνομά του σε Στέφανος Βογορίδης, βρέθηκε στη φαναριώτικη ακολουθία του Σκαρλάτου Καλλιμάχη και τελικά παντρεύτηκε τη Ραλλού Σκυλίτζη-Σκανάβη, η οποία καταγόταν από δύο επιφανείς οικογένειες της Χίου. Μέσω του γάμου βρέθηκε στους κύκλους των Φαναριωτών και αφού διεκδίκησε τη συμμετοχή του σε αυτή την ελίτ, έφτασε στην ανώτερη θέση για ένα αυτοδημιούργητο Φαναριώτη – Καϊμακάμης της Μολδαβίας, δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον Πρίγκηπα.

Ο αδερφός του, Αθανάσιος Βογορίδης, ήταν ένας από τους ιδρυτές του φιλολογικού περιοδικού Ερμής ο Λόγιος στη Βιέννη και συνεπώς μια σημαντική φυσιογνωμία στον ελληνικό διαφωτισμό και τελικά ένας υποστηρικτής της ελληνικής επανάστασης. Ήταν οι αδερφοί Βογορίδη “Βούλγαροι”; Δεν ήταν ο Αθανάσιος, στενός φίλος του Κοραή, Έλληνας; Αν ήταν, τότε ήταν ο Στέφανος ένας “πραγματικός” Φαναριώτης; Σίγουρα όχι, σύμφωνα με τον παλιά, εθνική ερμηνεία του Φαναριώτη, μιας και δεν είχε ευγενή καταγωγή από το Βυζάντιο, αλλά ήταν ένας παρείσακτος. Αλλά, με την ερμηνεία που προτείνω, μιας πιο ευρείας ισχύς Φαναριωτών, ο Στέφανος Βογορίδης ήταν σίγουρα μέρος του φαινομένου των Φαναριωτών. Και στην επιλογή της συντρόφου που παντρεύτηκε, στην ταυτότητα των παιδιών του, στην επιλογή των συζύγων των παιδιών του, συνέδεσε τους κόσμους των Φαναριωτών και των “νεο-Φαναριωτών”, πριν και μετά το 1821, επιλέγοντας μια ελληνική ταυτότητα.

Μέσα στην εκκλησιαστική πολιτική, ναι, ήταν χαρακτηρισμένος ως “Βούλγαρος”, διατηρούσε δεσμούς στήριξης με πρόσωπα που προσδιορίζονταν ως Βούλγαροι και του είχε αποδοθεί εμπιστοσύνη από τις οθωμανικές αρχές, όταν του επιτράπηκε να χορηγήσει την πρώτη βουλγαρική εκκλησία (Άγιος Στέφανος, στην αποβάθρα του Φαναρίου, λίγο πιο κάτω στο δρόμο του Ορθόδοξου Πατριαρχείου) τη δεκαετία του 1840. Αν του είχε δοθεί η ευκαιρία να γίνει πρίγκηπας της Βουλγαρίας τη δεκαετία του 1830 και μετά, με τον ίδιο τρόπο που ο Μίλος Ομπρένοβιτς έγινε πρίγκηπας της Σερβίας, θα την είχε αδράξει. Σημαίνει αυτό ότι δεν ήταν Φαναριώτης; Ή, σημαίνει ότι η ταυτότητά του ήταν μια στρατηγική επιλογή μέσα σε αυτά τα χρονικά πλαίσια, όπως ήταν για πολλούς μουσουλμάνους Οθωμανούς αξιωματούχους. Ήταν ο Μεχμέτ Αλή Πασά της Καβάλας Αλβανός; Ήταν Οθωμανός; Ήταν ο ιδρυτής της μοντέρνας Αιγύπτου; Υποστηρίζω ότι στην πραγματικότητα η στρατηγική λογική που επέδειξε τον έκανε ένα Φαναριώτη, δεν τον έκανε πραγματικό Φαναριώτη κάποια φυλετική ή εθνική καταγωγή.

Είχαν οι Φαναριώτες ενιαία ταξική συνείδηση και ιδεολογία;

Αυτό είναι ένα σύνθετο ζήτημα, η απάντηση αλλάζει ανάλογα με τον χρόνο και τον τόπο, αλλά και τις διαφορετικές διαδρομές του γενικότερου φαινομένου που ονομάζεται “Φαναριώτης” και το οποίο ανιχνεύω στο βιβλίο μου. Στην πρώιμη φάση της Ελλάδας, για παράδειγμα, αν υπήρχε μια “συνείδηση των Φαναριωτών”, ήταν μέσα στο πλαίσιο των “αυτοχθόνων” και των “ετεροχθόνων”, με τους Φαναριώτες να είναι η μυστικοπαθής και ύποπτη ομάδα αριστοκρατών, οι οποίοι αντιμετωπίζονταν ως ξενόφερτοι από τους ντόπιους της Ελλάδας.

Στη Ρουμανία, ο όρος “Φαναριώτης” είχε διαφορετικό αλλά και συναφές νόημα: υποδήλωνε τους άπληστους Φαναριώτες πρίγκιπες και τους αξιωματούχους τους, οι οποίοι περιγράφονταν ως μεγαλύτεροι εκμεταλλευτές από τους Οθωμανούς πασάδες. Μέσα σε ένα αραβο-χριστιανικό πλαίσιο, ο όρος “Φαναριώτες” σηματοδοτούσε την εκκλησιαστική κυριαρχία του ελληνικού στοιχείου, που λειτουργούσε για τον αποκλεισμό Αραβοχριστιανών από ισχυρές θέσεις. Εκείνη την εποχή, στην αρχή του 19ου αιώνα, ο όρος ήταν γνωστός και χρησιμοποιούνταν από εξωτερικούς παράγοντες (Ευρωπαίους ταξιδιώτες και διπλωμάτες, Οθωμανούς πολιτικούς και λοιπά), χρησιμοποιούνταν επίσης από κάποια μέλη της ίδιας της ομάδας.

Δε θα έλεγα ότι όλοι οι χαμηλόβαθμοι αξιωματούχοι σε αυτά τα δίκτυα αποκαλούσαν τους εαυτούς τους Φαναριώτες, αλλά η θέση και ο βιοπορισμός τους εξαρτιόνταν από Φαναριώτες και από το ευρύτερο οθωμανικό σύστημα εξουσίας, όσο χαοτικό κι αν ήταν εκείνα τα χρόνια. Αυτό που υποστηρίζω είναι ότι πάνω ακριβώς στην αυγή του 1821, στην αρχή του 1819, αυτή η ισχύς των Φαναριωτών ήταν στη διαδικασία να καταστεί ένα επισημοποιημένο κομμάτι της οθωμανικής διακυβέρνησης.

Ποιά ήταν η σχέση των Φαναριωτών με τις αρχές του Διαφωτισμού;

Ιδιαίτερα οι Φαναριώτες, όπως διάφορα μέλη της οικογένειας Μαυροκορδάτου, Καταρτζή και πολλών άλλων, σίγουρα συμμετείχαν ενεργά και εκπροσωπούσαν τις ιδέες του Διαφωτισμού. Αυτό το βλέπουμε και με το γενικότερο φαινόμενο της Μισμαγιά (μια ανθολογία δημοσιεύτηκε από την Άντεια Φραντζή πριν από αρκετά χρόνια), δηλαδή αστικής ποίησης, συχνά σατιρικής, που απαγγελλόταν στα σαλόνια των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών. Εκεί βλέπουμε αναφορές στον Βολταίρο, αλλά και μια ελληνική δημοτική γλώσσα έντονα διανθισμένη με τουρκικές λέξεις. Μόνο και μόνο από αυτό το είδος μπορούμε να δούμε ότι οι Φαναριώτες ήταν κάτι περισσότερο από μια χούφτα οικογενειών, ή μερικών απομονωμένων διανοούμενων, αλλά υποστήριζαν έναν ευρύτερο αστικό οθωμανικό πολιτισμό που συνένωνε ιδέες και θέματα του Διαφωτισμού με την καθομιλουμένη εμπειρία των ορθόδοξων χριστιανών στην οθωμανική αυτοκρατορία εκείνης της περιόδου.

Οι Φαναριώτες ήταν μόνο ελληνικής καταγωγής ή υπήρχαν και άλλες εθνικότητες; Έπαιξε ρόλο η καταγωγή τους στην κοινότητα τους;

Οι μηχανισμοί της “ελληνοποίησης” στους οποίους αναφέρομαι πιο πάνω δεν ξεκίνησαν φυσικά με τους Φαναριώτες. Η ορθόδοξη εκκλησία, όπου τα ελληνικά επικρατούσαν, τόσο σαν γλώσσα των γραφών όσο φυσικά και της βυζαντινής αυτοκρατορίας, είδε μια επαναβεβαίωση του ελληνικού στοιχείου πάνω από τα Σλαβικά, Ρουμάνικα και Αραβικά στοιχεία μέσα στον 18ο αιώνα. Ταυτόχρονα με αυτή την υπεροχή των Φαναριωτών που περιγράφω στο βιβλίο μου, προέκυψε μια πιο αισθητή πίεση για εξελληνισμό από τους ορθόδοξους χριστιανούς σλαβικής και βλάχικης/ρουμάνικης καταγωγής, οι οποίοι είχαν φιλοδοξίες διαφόρων ειδών, πέρα από τις γενέτειρές τους.

Η διαδρομή, όχι μόνο για τις θέσεις μέσα στην εκκλησία, αλλά και για ανερχόμενη κοινωνική κινητικότητα διαμέσου αυτών των Φαναριωτο-οθωμανικών δικτύων ισχύος και υποστήριξης, περνούσε μέσα από τον εξελληνισμό. Σίγουρα, μέσα στα πλαίσια της κοινότητας, οι άνθρωποι φαίνονται να έχουν παραμείνει χαρακτηρισμένοι ως πρώην Βλάχοι, Βούλγαροι και λοιπά, αλλά αναφερόμαστε σε ένα κόσμο πριν τα έθνη, όπου μέσα σε αυτό το αυτοκρατορικό σύστημα, η αίσθηση του ανήκειν στο ορθόδοξο χριστιανικό μιλλέτ ήταν ακόμα το πιο ισχυρό χαρακτηριστικό γνώρισμα. Οι διαφοροποιήσεις μέσα στην ορθόδοξη χριστιανική κοινότητα ήταν πιο ρευστές, αλλά δεν είχαν ακόμα πολιτικοποιηθεί με τον τρόπο που θα συνέβαινε τη δεκαετία του 1830, ή ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1860 και μετά.

Ποιες ήταν οι διαφορές στο πως έβλεπαν την εξέγερση του 1821 οι Φαναριώτες που τάχθηκαν με τους επαναστάτες και αυτοί που έμειναν πιστοί στην οθωμανική εξουσία;

Είναι δύσκολο να ειπωθεί γιατί συγκεκριμένοι Φαναριώτες επέλεξαν τις συγκεκριμένες θέσεις, σε σχέση με τη Φιλική Εταιρεία, ή, αφού ξέσπασαν οι ελληνικές εξεγέρσεις, προς αυτό το αποσχιστικό κίνημα. Πολλοί είχαν έγκαιρη ενημέρωση και διέφυγαν από τη χώρα πριν ξεκινήσουν οι εξεγέρσεις. Κάποιοι τράπηκαν σε φυγή με την έναρξη των εχθροπραξιών. Άλλοι υποχρεώθηκαν σε εσωτερική εξορία, μόνο για να θανατωθούν τελικά. Πολλοί, όπως γνωρίζουμε, κατέληξαν στην ηγεσία του νέου ελληνικού κράτους (όπως ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος). Οι περισσότεροι που θεωρούνταν “Έλληνες” δεν είχαν πλέον την εμπιστοσύνη της οθωμανικής εξουσίας και αντικαταστάθηκαν από μουσουλμάνους, Αρμένιους και άλλους.

Ο Βογορίδης ισχυρίστηκε ότι τον είχε προσεγγίσει η Φιλική Εταιρεία και απέρριψε την πρόσκληση τους. Στη συνέχεια τους εναντιώθηκε και βρέθηκε σε μια ιδιαίτερη θέση στα μάτια των υψηλόβαθμων Οθωμανών πολιτικών, ίσως γιατί τον έβλεπαν σαν “Βούλγαρο” και όχι στ’ αλήθεια Έλληνα, αλλά υπήρχαν άλλοι στην ίδια θέση που δεν τους είχαν εμπιστοσύνη. Έδειξε εμπιστοσύνη στο σύστημα και θεωρούσε την εξουσία του Σουλτάνου αδιαχώριστη από την εξουσία του Πατριάρχη; Σίγουρα το ισχυρίστηκε αναδρομικά, στην απολογία που έγραψε 30 χρόνια μετά τα γεγονότα του 1821, την οποία παραθέτω λέξη προς λέξη στο βιβλίο μου. Έβλεπε σαν καθήκον του την προστασία των αθώων ορθόδοξων χριστιανών υπόδουλων της οθωμανικής αυτοκρατορίας από τα αντίποινα που θα υπέφεραν από τα χέρια των Οθωμανών για τις ελληνικές εξεγέρσεις. Σίγουρα αυτό είχε νόημα στον κόσμο στον οποίο ζούσε, ο οποίος ήταν βαθιά πατρογονικός και πατριαρχικός.

Τι σχέσεις είχαν οι Φαναριώτες με τους αγωνιστές του 1821 κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού πολέμου;

Υπάρχουν τόσα πολλά που ακόμα δε γνωρίζουμε από τις συνεχιζόμενες επαφές και την επικοινωνία ανάμεσα σε αυτούς που έμειναν στην Κωνσταντινούπολη και τα οθωμανικά τμήματα και αυτούς στο νέο ελληνικό κράτος, πριν την έναρξη του ελληνικού επεκτατικού εγχειρήματος της Μεγάλης Ιδέας. Μπορούμε να διακρίνουμε πολλές νύξεις στην αλληλογραφία του Βογορίδη με τον γαμπρό του Κωνσταντίνο Μουσούρο, πρέσβη των Οθωμανών στην Αθήνα τη δεκαετία του 1840, με την οποία ενημερωνόταν, αν όχι σε άμεση επαφή, με πρόσωπα όπως ο Μαυροκορδάτος, τον οποίο γνώριζε από τους κύκλους των Φαναριωτών πριν το 1821. Και πάλι, η εθνική οπτική στην ελληνική ιστορία μας έχει οδηγήσει στο να βλέπουμε τα πάντα από τη μεριά της Αθήνας, τη στιγμή που υπάρχει ακόμα ένα πολύ σημαντικό και ευρύ βίωμα το οποίο επικεντρώνεται στην Κωνσταντινούπολη, για τους ελληνόφωνους ορθόδοξους χριστιανούς.

Επηρέασαν οι Φαναριώτες τον τρόπο που έβλεπαν οι Έλληνες τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής;

Οι Φαναριώτες, για τους οποίους γράφω στο βιβλίο μου Βιογραφία μιας αυτοκρατορίας: Κυβερνώντας Οθωμανούς σε μια εποχή επαναστάσεων, δεν είχαν άμεση επιρροή στους “Έλληνες”, δηλαδή στους Έλληνες που ζούσαν στην Ελλάδα. Αν μη τι άλλο, εκείνοι τους διέσυραν. Δεν είμαι σίγουρη για το ποια θα έλεγαν οι Έλληνες που ζούσαν στην Ελλάδα ότι ήταν η οπτική τους για τις Μεγάλες Δυνάμεις στον 19ο αιώνα – μια μίξη θαυμασμού και πικρίας, ίσως; Οι Φαναριώτες που παρέμειναν στην οθωμανική αυτοκρατορία κατέλαβαν μια ενδιαφέρουσα θέση, βρέθηκαν σε μια ενδιαφέρουσα δύσκολη κατάσταση, μιας και ήταν στενά συνδεδεμένοι και στην πραγματικότητα μεσολαβητές, ανάμεσα στους Οθωμανούς πολιτικούς και τους εκπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα.

Η οπτική τους για τις Μεγάλες Δυνάμεις και για τους Οθωμανούς, είχε το χαρακτήρα της ρεαλπολιτίκ και συμπεριφέρονταν με πραγματισμό, με δεδομένη την πολύπλοκη κατάσταση στην οποία βρίσκονταν. Επιπλέον, αν το δούμε ευρύτερα, πέρα από την οθωμανική δικαιοδοσία, θα βρούμε πρώην Φαναριώτες στην υπηρεσία όχι μόνο των Οθωμανών αλλά και της Ρωσίας, της Ελλάδας και άλλων κρατών της εποχής. Δείτε σαν παραπομπή το κείμενο “Families of empires and nations: Phanariot hanedans from the Ottoman Empire to the world around it (1669-1856)” που έγραψα στο κεφάλαιο 9 του βιβλίου In Transregional and Transnational Families in Europe and Beyond: Experiences since the Middle Ages, από τους David Sabean, Simon Teutscher, Christopher Johnson και Francesca Trivellato (Berghahn Books, 2011).

Θα έλεγα ότι οι ευαισθησίες τους δεν είχαν να κάνουν με το έθνος, αλλά με την αυτοκρατορία. Αυτό τους κάνει ταυτόχρονα “συντηρητικούς” στα μάτια των Ελλήνων εθνικιστών της εποχής, και κατά κάποιο τρόπο καινοτόμους σύμφωνα με τη νέα αναθεωρητική ιστοριογραφία, η οποία συχνά θεοποιεί τον κοσμοπολιτισμό και τους πιστούς του. Πιστεύω ότι είναι ακόμα δύσκολο να εκτιμηθεί η πολυπλοκότητα της εμπειρίας τους, όταν βλέπουμε τα πράγματα μέσα από τους φακούς του εθνικισμού και μόνο μέσα από την ελληνική εθνική ιστορία.

Ποιά ήταν η θέση των Φαναριωτών στην Ελλάδα μετά την επανάσταση;

Αυτή είναι μια διαφορετική ομάδα Φαναριωτών από αυτή για την οποία γράφω στο βιβλίο μου. Ήταν εκείνοι που διέφυγαν στην Ελλάδα και εντάχθηκαν στην ηγεσία του ελληνικού εθνικού κινήματος, διαμορφώνοντας μια φατρία στο πρώιμο βασίλειο της Ελλάδας, ως γνωστόν. Ο όρος απέκτησε υποτιμητική σημασία στην Ελλάδα και οι Φαναριώτες αντιμετωπίζονταν ταυτόχρονα με σεβασμό για την πνευματική τους συνεισφορά και με καχυποψία για τους συνωμοτικούς ελιγμούς τους. Αυτοί που παρέμειναν πίσω και των οποίων οι οικογένειες αναδείχθηκαν στην οθωμανική επικράτεια μετά τα 1820, γνωστοί ως νεο-Φαναριώτες, είχαν μια ακόμα πιο σύνθετη σχέση με το ελληνικό κράτος, με κάποιους από αυτούς, όπως ο Κωστάκης Μουσούρος Πασάς και ο Καραθεοδωρής Πασάς, να γίνονται διπλωμάτες για την οθωμανική αυτοκρατορία. Περιττό να πούμε ότι δεν είχαν την εκτίμηση του ελληνικού κράτους και υποστηρίζω ότι είχαν τη δική τους ιστορική και κοινωνική εμπειρία που δεν έχει εξερευνηθεί, μιας και δεν ανταποκρίνεται στην κυρίαρχη αφήγηση του ελληνικού έθνους-κράτους.

Πώς αντιμετώπισαν τους Φαναριώτες οι υπόλοιποι λαοί των Βαλκανίων;

Θα έλεγα ότι οι Φαναριώτες δεν έχαιραν μεγαλύτερης εκτίμησης από τους Ρουμάνους ή τους Βούλγαρους από τους Έλληνες. Σίγουρα, όταν υπηρέτησαν τους Οθωμανούς ως πρίγκιπες στη Μολδαβία και τη Βλαχία, ήταν άπληστοι και εκμεταλλεύονταν τους αγρότες, για να μην αναφερθούμε στα κατασχεθέντα τμήματα των αυτοχθόνων βογιαρικών ελίτ στη Μολδαβία και τη Βλαχία. Για αυτούς τους λόγους, δύσκολα μπορούμε να τους παρουσιάσουμε ως ήρωες, αλλά σίγουρα ήταν σημαντικοί παράγοντες στα Βαλκάνια του 18ου και 19ου αιώνα και αποδείχθηκαν πολυμήχανοι και εφευρετικοί, με τους τρόπους που λύγιζαν τις δομές της εξουσίας για δικούς τους σκοπούς και όφελος.

Επηρεάστηκε η συλλογική μνήμη για το 1821 από τη δράση και τη φυσιογνωμία της κοινότητας των Φαναριωτών;

Πιστεύω ότι η πραγματικότητα των Φαναριωτών, η συμπεριφορά τους, η πολιτική τους και η προσαρμοστικότητά τους, είναι δύσκολο να αναμειχθούν άψογα σε μια απλή ιστορία του 1821 ως ηρωικό επίτευγμα του ελληνικού έθνους. Αποκαλύπτει την πολυπλοκότητα εντός του ελληνικού έθνους, ή τουλάχιστον μεταξύ του ευρέος φάσματος των ανθρώπων που δικαιούνταν να είναι μέρος του ελληνικού έθνους. Μας αναγκάζει επίσης να δούμε ότι ο δεσμός με την οθωμανική αυτοκρατορία δεν εξαφανίστηκε το 1821, ή το 1830, ούτε καν τη δεκαετία του 1850. Το φαινόμενο των Φαναριωτών μας υποχρεώνει να δούμε τις διασυνδέσεις με την οθωμανική διοίκηση, παρά να δούμε τους “Έλληνες” και τους “Τούρκους” ως δύο ξεχωριστές και διιστορικές ομάδες που ήταν αμοιβαία αντίθετες από κάθε άποψη.

Οι Φαναριώτες που συμμετείχαν στην οθωμανική διοίκηση, ανέπτυξαν σχέσεις υποστήριξης με συγκεκριμένους Οθωμανούς αξιωματούχους, μέλη του σώματος των Γενιτσάρων και πολλούς άλλους μέσα στην αυτοκρατορία, για το δικό τους όφελος και με τρόπους που ήταν αντίθετοι και απειλητικοί προς την υπάρχουσα οθωμανική τάξη. Θα έλεγα ότι μια πραγματική, σε βάθος εξερεύνηση των Φαναριωτών και του ρόλου τους στην οθωμανική εξουσία, με τους δικούς τους όρους και όχι με αυτούς του κατοπινού ελληνικού έθνους-κράτους, διαταράσσει πολλές από τις υποθέσεις μας, για το 1821 ως διαδικασία και για το πρώιμο ελληνικό κράτος ως αποτέλεσμα. Γιατί το 1821 στην πραγματικότητα δεν τελειώνει πριν το 1922-23, και οι Φαναριώτες, όπως και οι μάζες των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, συνέχισαν να ζουν και να εμπλέκονται στην πραγματικότητα της οθωμανικής εξουσίας μέχρι το τέλος.

Οι Φαναριώτες κατά μία έννοια αντιπροσωπεύουν τον “Άλλο” εντός (ή μόλις μετά τα όρια) του ελληνικού έθνους και για αυτόν τον λόγο γίνονται αντιληπτοί με ένα ενδιαφέρον μείγμα αποστροφής και θαυμασμού. Έγραψα το βιβλίο μου για να μπορέσουμε να δούμε την εμπειρία των ορθόδοξων Ελλήνων που έζησαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από μια διαφορετική οπτική γωνία, και υποστηρίζω ότι αυτό μόνο εμπλουτίζει την κατανόησή μας για την ελληνική ιστορία και το σχηματισμό του ελληνικού έθνους-κράτους, για να μην αναφερθούμε στη βασανισμένη εμπειρία των ορθόδοξων Ελλήνων της Μικράς Ασίας και της Κωνσταντινούπολης, που ήταν χωρισμένοι μεταξύ του ελληνικού και του οθωμανικού κράτους για σχεδόν έναν αιώνα. Αντί να τους βλέπουμε ως θύματα, είναι καιρός να τους δούμε ως σύνθετους ιστορικούς παράγοντες, παγιδευμένους σε μια κατάσταση που ήταν όλο και πιο αβάσιμη, εξαιτίας της εξέλιξης της ιστορίας.

Χριστίνα Φίλιου

Η Χριστίνα Φίλιου είναι καθηγήτρια ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϋ της Καλιφόρνια. Ειδικεύεται στην πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική ιστορία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, καθώς και της Τουρκίας και της Ελλάδας ως εκφάνσεων του μεταοθωμανικού κόσμου. Το πρώτο της βιβλίο, Βιογραφία μιας αυτοκρατορίας: Κυβερνώντας Οθωμανούς σε μια εποχή επαναστάσεων (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2021), σε αγγλική έκδοση: Biography of an Empire: Governing Ottomans in an Age of Revolution (University of California Press, 2010),  εξετάζει τον ρόλο των Φαναριωτών στην οθωμανική διοίκηση και την αλλαγή που προκάλεσε η ελληνική επανάσταση, τόσο στο δικό τους ρόλο όσο και γενικότερα στην οθωμανική διακυβέρνηση. Αφηγείται την ιστορία αυτή μέσα από την βιογραφία ενός Φαναριώτη, του Στέφανου Βογορίδη (1772-1859). Το δεύτερο βιβλίο της, Τουρκία: Ένα παρελθόν ενάντια στην Ιστορία (2022), σε αγγλική έκδοση: Turkey: A Past Against History (University of California Press, 2021), εξετάζει το ζήτημα των πολιτικών αντιπαραθέσεων μέσα στην οθωμανική και σύγχρονη τουρκική πολιτική και πολιτιστική ζωή, μέσα από τα μάτια ενός συγγραφέα, του Ρεφίκ Χαλίτ Καράϊ (1888-1965).

Βιογραφία μιας αυτοκρατορίας - Κυβερνώντας Οθωμανούς σε μια εποχή επαναστάσεων

Ενημερωθείτε για το βιβλίο στη σελίδα του εκδοτικού οίκου:

Turkey: A Past Against History

Ενημερωθείτε για το βιβλίο στη σελίδα του εκδοτικού οίκου:

πηγές εικόνων:

Smithsonian Institution
Rijksmuseum
Library of Congress

επεξεργασία εικόνων:

Ομάδα Πάλσαρ | Pulsar group