Η μνήμη της ζωγραφικής

συνέντευξη με τον καθηγητή διδακτικής της ιστορίας Άγγελο Παληκίδη

Ποιά ήταν η παρουσία των Ελλήνων καλλιτεχνών στη διάρκεια της επανάστασης του 1821;

Τουλάχιστον μέχρι την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης η ζωγραφική εικόνα με ιστορικό περιεχόμενο ήταν σχεδόν άγνωστη στον ελλαδικό χώρο. Οι εικόνες ήταν θρησκευτικές και αντιμετωπίζονταν ως αντικείμενα λατρείας, όχι σπάνια επενδυμένες με μεταφυσικές ιδιότητες. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η βυζαντινή και μεταβυζαντινή εικόνα λειτουργούσε σαν ένα ανοικτό παράθυρο προς έναν άυλο, μυστηριακό, νοητό κόσμο με αφηρημένη υπόσταση∙ έναν κόσμο που, με όρους θεωρίας της Ιστορίας, επαγγέλλεται την αχρονικότητα έναντι της ιστορικότητας, την αιωνιότητα έναντι του εφήμερου. Οι Έλληνες καλλιτέχνες ήταν κατά κανόνα αγιογράφοι, που μάθαιναν την τέχνη εμπειρικά δίπλα στους παλαιότερους. Ακόμη κι αν είχαν δει φυσιοκρατικές – ρεαλιστικές εικόνες, φιλοτεχνημένες από ξένους ζωγράφους, δεν είχαν την ανάλογη εκπαίδευση για να υιοθετήσουν το δυτικό παράδειγμα. Θα έλεγα ότι περιπτώσεις, όπως ο Δημήτριος Ζωγράφος (ή Ζωγράφος του Μακρυγιάννη), ήταν μεμονωμένες και φυσικά μεταγενέστερες.

Αντίθετα, η ευρωπαϊκή ζωγραφική την περίοδο αυτή στρέφεται στον περιβάλλοντα κόσμο και επιχειρεί να εκφράσει όσα συνταρακτικά συμβαίνουν. Η εικόνα καλείται πλέον όχι μόνο να αφηγηθεί την τρέχουσα ιστορία αλλά και να ξεσηκώσει, να αφυπνίσει συνειδήσεις. Οι επαναστατικές εξεγέρσεις και τα απελευθερωτικά κινήματα που κατακλύζουν τις αυτοκρατορίες της Ευρώπης και κλυδωνίζουν τα πολιτικά τους θεμέλια, γίνονται ανεξάντλητες πηγές έμπνευσης για τους εικαστικούς δημιουργούς.

Οι πρώτοι Έλληνες ζωγράφοι που δημιουργούν έργα με θέματα από την Ελληνική Επανάσταση στέλνονται να σπουδάσουν στην Ευρώπη και είτε εγκαθίστανται εκεί μόνιμα είτε επιστρέφουν και δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται οι αδελφοί Φίλιππος και Γεώργιος Μαργαρίτης και ο Θεόδωρος Βρυζάκης. Σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσουν κυρίως στην πρώτη περίοδο Επτανήσιοι καλλιτέχνες, όπως ο Διονύσιος Τσόκος και αργότερα ο Σπυρίδων Προσαλέντης, οι οποίοι έρχονται «έτοιμοι» στην ελεύθερη ελληνική επικράτεια, γίνονται εύκολα αποδεκτοί, καταλαμβάνουν υψηλές θέσεις και δέχονται μεγάλες παραγγελίες.

Η ρομαντική ιστορική ζωγραφική θα αφηγηθεί με δραματική ενάργεια τους άθλους των νέων ηρώων, τους καθαγιασμένους μάρτυρες μιας νέας θρησκείας, της θρησκείας του έθνους· ωστόσο, παρόλο που περιγράφει το εφήμερο, επιδιώκει να το καταστήσει αιώνιο και να αποτελέσει, από κοινού με την ιστοριογραφία, τον επίσημο φορέα της ιστορικής μνήμης καθώς και ένα αποτελεσματικό μέσο συλλογικής διαπαιδαγώγησης των μελλοντικών γενιών του έθνους.

Πώς κατέγραψαν οι ζωγράφοι τα πρόσωπα των αγωνιστών της ένοπλης εξέγερσης;

Η προσωπογραφία ως εικαστικό είδος είναι συνδεδεμένη με την κοινωνία, επειδή ο καλλιτέχνης εξαρτάται από τις παραγγελίες και την αποδοχή του κοινού. Αυτό σημαίνει ότι δεν αντανακλά «φωτογραφικά» την όψη των ανθρώπων, αλλά ότι καλείται να αποδώσει την εικόνα με την οποία θέλουν να τους βλέπουν οι άλλοι. Ειδικά οι ιστορικές προσωπογραφίες των αγωνιστών, ανήκουν σε έναν χώρο ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία, τον ρεαλισμό και την εξιδανίκευση, τον εφήμερο χαρακτήρα της κοινωνίας που τις γέννησε και στις οποίες απευθύνονταν από τη μια και την προσδοκία της κληρονομικής διαιώνισης από την άλλη. Οι προσωπογράφοι, ξένοι και Έλληνες, προτιμούν να απεικονίσουν τους αγωνιστές στο πάνω μισό μέρος του σώματος και σε ουδέτερο φόντο. Έτσι, έχουν τη δυνατότητα αφενός να περιγράψουν με σχολαστική ακρίβεια τα ενδύματα, τα παράσημα και τα διακριτικά της ανδρείας τους και αφετέρου να αναδείξουν τα ψυχογραφικά χαρακτηριστικά τους. Σε γενικές γραμμές τα πρόσωπα των αγωνιστών που φιλοτεχνήθηκαν την περίοδο του Αγώνα, είναι εικόνες με τα μάτια των ξένων φιλελλήνων δημιουργών και απευθύνονται στο κοινό της Ευρώπης.

Είχαν οι αγωνιστές του 1821 την επιθυμία να τους θυμούνται οι μελλοντικές γενιές;

Η ανάγκη των αγωνιστών να καταγραφούν στην ιστορία και να μείνουν στη μνήμη του έθνους είναι αδιαμφισβήτητη. Ακόμα και κατά τη διάρκεια του πολέμου, στις ανάπαυλες των μαχών, «ποζάρουν» μπροστά στους φιλέλληνες επαγγελματίες ή ερασιτέχνες ζωγράφους. Αλλά και αμέσως μετά την Επανάσταση φαίνεται ότι διαμορφώνεται μια κουλτούρα μνήμης του Αγώνα, στην οποία κεντρική θέση καταλαμβάνουν τα πρόσωπα των αγωνιστών. Εκτός από τις ιδιωτικές παραγγελίες, ακόμη και το ίδιο το κράτος χρηματοδοτεί τη δημιουργία μιας ιστορικής πινακοθήκης των ηρώων του Εικοσιένα. Στην ελληνική μετεπαναστατική κοινωνία διάχυτη είναι η αγωνία να καταγραφούν οι φυσιογνωμίες των αγωνιστών, γιατί πιστεύεται ότι αυτές πρέπει να λειτουργήσουν ως πρότυπα για τις επόμενες γενιές του έθνους. Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο το γεγονός ότι λαμβάνονται γύψινα εκμαγεία από τα πρόσωπά τους είτε βρίσκονται εν ζωή είτε ακόμη και την ύστατη ώρα, στη νεκρική κλίνη.

Επηρεάστηκαν οι Έλληνες της εποχής από τον τρόπο που τους έβλεπαν οι ξένοι;

Παρά την ύπαρξη ενός διακριτού αντιδυτικού ρεύματος, φαίνεται ότι η πλειονότητα των Ελλήνων από την περίοδο του Διαφωτισμού επηρεάστηκε βαθιά από τον τρόπο που τους έβλεπαν οι ξένοι. Η σύγχρονη ιστοριογραφία, άλλωστε, έχει ξεπεράσει τις εθνοκεντρικές προσεγγίσεις του παρελθόντος, που αντιμετώπιζαν την Ελληνική Επανάσταση ως ένα αυτόφωτο μοναδικό γεγονός. Σήμερα η ελληνική περίπτωση αντιμετωπίζεται ως ένα σημαντικό γεγονός που εντάσσεται όμως σε ένα διεθνικό πλαίσιο ανάδυσης εθνικών και φιλελεύθερων κινημάτων, τα οποία μάλιστα επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Αν συνυπολογίσει κανείς ότι οι νεότεροι Έλληνες αντιμετωπίζονται ως οι αναξιοπαθούντες απόγονοι του σημαντικότερου έθνους που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα, ασφαλώς οι Έλληνες διαμορφώνουν την ταυτότητά τους (και) μέσα από τους πρισματικούς φακούς των δυτικών.

Διαπίστωσαν οι ξένοι διαφορές ανάμεσα στο αρχαίο παρελθόν και την πραγματικότητα της περιόδου της γέννησης του ελληνικού κράτους;

Ήδη από τα μέσα του 18ου αιώνα και όσο πλησιάζουμε προς την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης σημειώνονται ουσιώδεις ποιοτικές αλλαγές στο ενδιαφέρον των Ευρωπαίων για την Ελλάδα και στην εικόνα που έχουν γι’ αυτήν. Η αρχαιολατρία γρήγορα μετατρέπεται σε ελληνολατρία. Ωστόσο, οι μορφωμένοι και οξυδερκείς Ευρωπαίοι περιηγητές δεν αργούν να αντιληφθούν την οντολογική αντίφαση ανάμεσα στο ένδοξο αρχαίο παρελθόν και το δυστοπικό παρόν. Γι’ αυτό και θέτουν ερωτήματα, τα οποία έκτοτε θα απασχολούν και τους ίδιους τους Έλληνες: Τι απέγιναν οι Έλληνες της κλασικής αρχαιότητας; Έχουν κάποια σχέση με αυτούς οι σημερινοί κάτοικοι της Ελλάδας; Μπορεί να αναγεννηθεί ο πολιτισμός της αρχαιότητας;

Στις πολιτισμικές θεωρίες της εποχής κυριαρχεί η αντίληψη ότι οι άνθρωποι, ο τόπος και το κλίμα αποτελούν θεμελιώδεις παράγοντες για τη γέννηση της ελληνικής φιλοσοφικής σκέψης και την καλλιτεχνική δημιουργία των κλασικών χρόνων. Στην περίπτωση της Ελλάδας αυτό σημαίνει ότι ο κλασικός πολιτισμός δημιουργήθηκε επειδή κατοίκησε στον συγκεκριμένο τόπο και υπό το συγκεκριμένο κλίμα ο συγκεκριμένος λαός∙ και το κυριότερο, ότι είναι δυνατό να αναγεννηθεί, μόνο αν αυτός ο λαός επανακτήσει την ελευθερία που επί αιώνες του στέρησε η οθωμανική τυραννία. Μέσα σε αυτή τη ρομαντική ουτοπία μεγάλωσε και δυνάμωσε ο φιλελληνισμός. Το εντυπωσιακό είναι ότι, ενώ ξεκίνησε μέσα σε λόγιους αριστοκρατικούς κύκλους, με την έκρηξη της Επανάστασης εξαπλώθηκε στα αστικά και λαϊκά στρώματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών.

Πώς εκδηλώθηκε ο φιλελληνισμός στον γερμανόφωνο κόσμο της κεντρικής Ευρώπης;

Στον γερμανόφωνο κόσμο της κεντρικής Ευρώπης (Mitteleuropa) εντοπίζονται οι πρωιμότερες εκδηλώσεις του Φιλελληνισμού. Ωστόσο, σε σύγκριση με τα αντίστοιχα φιλελληνικά κινήματα άλλων περιοχών της Ευρώπης, ο γερμανικός φιλελληνισμός παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για πολλούς λόγους: Πρώτον, διαμορφώνεται πολλές δεκαετίες πριν την Ελληνική Επανάσταση στον φιλολογικό αρχικά χώρο. Δεύτερον, την ώρα που κυριαρχεί ο νεοκλασικισμός στην Ευρώπη, υπάρχουν Γερμανοί διανοούμενοι που ερευνούν με συστηματικό τρόπο τον νεοελληνικό πολιτισμό. Τρίτον, στα γερμανικά πανεπιστήμια έχουν σπουδάσει οι περισσότεροι και πιο σημαντικοί Έλληνες λόγιοι, αυτοί που όχι μόνο θα διαμορφώσουν από την προεπαναστατική ήδη περίοδο το διανοητικό περιβάλλον και το ιδεολογικό πλαίσιο του Αγώνα αλλά και μετέπειτα θα συγκροτήσουν την πνευματική ελίτ του ελληνικού κράτους. Και τέταρτον, αυτή η διανοητική παράδοση θα ορίσει σε μεγάλο βαθμό το πλαίσιο ανάπτυξης της κυρίαρχης ιδεολογίας στο ελληνικό κράτος.

Πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι μετά την ενεργό ανάμειξη του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου Α’ στον Αγώνα, το γερμανικό φιλελληνικό κίνημα χάνει τον φιλελεύθερο ριζοσπαστικό χαρακτήρα του και συντηρητικοποιείται. Το πιο ενδιαφέρον πάντως είναι ότι οι Γερμανοί διανοητές, ήδη από το τέλος του 18ου αιώνα, δεν περιορίζονται στη μελέτη του αρχαίου πολιτισμού, αλλά στρέφουν το βλέμμα τους στους νεότερους Έλληνες και στον πολιτισμό τους (λογοτεχνία, ενδυμασία, ιστορία, δημοτικά τραγούδια) και τους συνδέουν άλλοτε ιδεαλιστικά και άλλοτε ρομαντικά με τους αρχαίους προγόνους τους

Ποιά ήταν η παρουσία των τεχνών στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της εξουσίας του Όθωνα;

Ήδη από τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα και παρά τις τεράστιες ανάγκες, έγιναν συστηματικές προσπάθειες για την ανάπτυξη των τεχνών με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Με την ίδρυση του Σχολείου των Τεχνών οι εικαστικές τέχνες γίνονται αντικείμενα διδασκαλίας, διορίζονται καθηγητές, αξιολογούνται και αποφοιτούν σπουδαστές. Ορισμένοι από αυτούς κάνουν ανώτερες σπουδές στο εξωτερικό, συμμετέχουν σε διαγωνισμούς και σε εθνικές ή διεθνείς εκθέσεις, παρακολουθούν τα νέα ρεύματα και συντονίζονται με τους Ευρωπαίους ομότεχνούς τους.

Η σπουδή να αναπτυχθούν οι τέχνες στην Ελλάδα συνδέεται με την αντίληψη ότι ο νεοελληνικός πολιτισμός είναι «εθνικόν έργον», όπως διακήρυσσε το 1847 ο πρώτος Έλληνας διευθυντής του Σχολείου των Τεχνών, αρχιτέκτονας Λύσανδρος Καυταντζόγλου. Ήταν με άλλα λόγια, μια επιβεβαίωση της «ελληνικότητας» των νεοελλήνων και μια απόδειξη ότι η ελευθερία γονιμοποίησε το καλλιτεχνικό ταλέντο που είχαν εκ φύσεως. Ωστόσο, μέχρι τουλάχιστον τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα η αναβάθμιση του καλλιτεχνικού επαγγέλματος και η συγκρότηση του καλλιτέχνη ως κοινωνικού υποκειμένου στην Ελλάδα κάθε άλλο παρά παρακολουθούσαν όσα συνέβαιναν την ίδια εποχή στην Ευρώπη.

Τι αλλάζει στις αντιλήψεις για τον θάνατο και τη μνημόνευση των νεκρών την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης;

Τουλάχιστον ως το τέλος του 18ου αιώνα κυριαρχούσε στα χριστιανικά δόγματα της Δύσης η πεποίθηση ότι η ζωή είναι μια αδιάκοπη ηθική δοκιμασία του ανθρώπου ως την τελική κρίση του Θεού και ότι αυτός πρέπει να είναι ανά πάση στιγμή έτοιμος, αφού δεν μπορεί να γνωρίζει πότε θα τον βρει ο θάνατος.

Στη λαϊκή κουλτούρα της Δύσης μια σειρά από πρακτικές που περιγράφονται ως artes Moriendi (τέχνες του θνήσκειν) συγκροτούν μια σειρά αναπαραστάσεων του θανάτου που υποβάλλει διαρκώς στους πιστούς ιδέες για το τι περιμένει τους «αμαρτωλούς» στον άλλο κόσμο: σκελετοί, νεκροκεφαλές, δρεπάνια, δύσμορφοι αμαρτωλοί, τρομακτικοί δαίμονες, μάγισσες, τέρατα και αποκρουστικά ερπετά και πύρινες γλώσσες που κατακαίουν αιωνίως τα κορμιά των κολασμένων. Στην τέχνη, ειδικά τη λαϊκή, μπορούμε να μιλάμε για μια εικονογραφία του τρόμου. Παρόμοιες αντιλήψεις απηχεί η θρησκευτική τέχνη στον ελλαδικό χώρο. Η μεταβυζαντινή εικονογραφία βρίθει από απεικονίσεις της Δευτέρας Παρουσίας, που περιγράφουν στους πιστούς τον επουράνιο τόπο όπου θα μεταστούν και, ως εκ τούτου, την κρισιμότητα των ηθικών επιλογών στη ζωή τους. Στις εικόνες αυτές κάθε μορφή κολασμένου προσωποποιεί και μια αμαρτία, η οποία συνήθως συνοδεύεται από γραπτή σήμανση. Φιλήδονοι, συκοφάντες, μοιχοί, πόρνες, κατάλαλοι, κλέφτες, αιρετικοί, άπιστοι, Εβραίοι συνθέτουν την ανθρωπογεωγραφία του δυστοπικού κολαστηρίου των ψυχών.

Προς το τέλος του 18ου αιώνα οι ιδέες του Διαφωτισμού για τον Θεό και τον άνθρωπο και η ερμηνεία του κόσμου με μέσο τον ορθό λόγο επιφέρουν ριζικές αλλαγές στην πρόσληψη και ερμηνεία του θανάτου. Με βάση τη νέα κοσμοαντίληψη ο άνθρωπος είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για τη μοίρα του, δημιουργεί ο ίδιος με τις επιλογές του τον παράδεισο ή την κόλασή του και διαθέτει τις ικανότητες για να πλάσει τη δική του ιδανική πολιτεία πάνω στη γη. Ως απόρροια της νέας φιλοσοφίας, οι ζηλωτές του Διαφωτισμού παύουν να αποδίδουν τις ασθένειες και τις επιδημίες στην οργή του Θεού για τις αμαρτίες του ανθρώπων. Υποστηρίζουν ότι ο φόβος του θανάτου δεν είναι έμφυτος αλλά επίκτητος – ένας ακόμη δηλητηριώδης καρπός των προκαταλήψεων που σπέρνει ο κλήρος στις ψυχές των πιστών – γι’ αυτό και πρέπει να εκριζωθεί με την κατάλληλη παιδαγωγική. Η νέα αντίληψη για τον θάνατο λειτουργεί ανακουφιστικά για το τραύμα που προκαλεί η απώλεια και ο αποχωρισμός. Ο νεωτερικός θάνατος όχι μόνο επαγγέλλεται τη συνέχεια της ζωής σε έναν γαλήνιο κόσμο αλλά και καθησυχάζει όσους έμειναν πίσω υποστηρίζοντας ότι ο χωρισμός είναι πρόσκαιρος. Γι’ αυτό και τη θέση του τρόμου παίρνουν ποικίλες νόρμες νοσταλγικής ενθύμησης και μνημόνευσης των νεκρών. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η κατασκευή νεκροταφείων σε ωραίες περιοχές έξω από τον οικοδομικό ιστό των πόλεων, όπου οι τάφοι κοσμούνται με εντυπωσιακά μνημεία που προβάλλουν την προσωπικότητα των αποδημησάντων και το κύρος της οικογενειακής δυναστείας. Το Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας εκφράζει ακριβώς αυτή την αλλαγή. Για τους Έλληνες γλύπτες αποτελεί ένα πεδίο, όπου μπορούσαν να βιοπορίζονται ασκώντας την τέχνη τους.

Ποιος είναι ο ρόλος των ταφικών μνημείων για τη μνήμη της επανάστασης του 1821;

Επιτρέψτε πρώτα να σημειώσω ότι το Α’ Κοιμητήριο της Αθήνας ανταποκρίνεται απολύτως στο νέο πνεύμα και συμβαδίζει με όσα ανάλογα συμβαίνουν στη δυτική Ευρώπη. Ιδρύεται το 1837 με Βασιλικό Διάταγμα νοτιοδυτικά της Ακρόπολης και εκτός (τότε) του πολεοδομικού ιστού, σε καλά αεριζόμενο λόφο πάνω από τον ποταμό Ιλισό, ώστε να τηρούνται οι όροι υγιεινής. Το βαυαρικό καθεστώς ήδη από το 1834 είχε απαγορεύσει τον ενταφιασμό των νεκρών μέσα στους ναούς ή στους περιβόλους τους, και συλλήβδην εντός κατοικημένων περιοχών∙ με τον ίδιο νόμο αφαιρούσε από την Εκκλησία και τους ιερείς την αρμοδιότητα των ταφών και την εκχωρούσε στους Δήμους.

Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα το νεκροταφείο της Αθήνας γεμίζει με λαμπρούς τάφους, κατασκευασμένους από τις πρώτες γενιές των Ελλήνων γλυπτών και συμπεριλαμβάνεται στα αξιοθέατα της πόλης. Αγωνιστές, πολιτικοί, ανώτεροι κληρικοί, εθνικοί ευεργέτες, αρχαιολόγοι, αρχιτέκτονες, ιστορικοί, λογοτέχνες, λόγιοι, γλύπτες και εκπρόσωποι της νέας αστικής ελίτ συνθέτουν ένα ελεγειακό περιβάλλον. Εδώ η τέχνη αποθεώνει τη ζωή, εξηρωίζει τον νεκρό, διατηρεί την εικόνα του στο διηνεκές και, μέσα από τα επιγράμματα στην επιτύμβια πλάκα και τις νεκρολογίες στον τύπο, τον βιογραφεί εξιδανικευτικά. Ακόμα και οι απλοί επισκέπτες περιδιαβαίνουν κανείς ανάμεσα στα ταφικά μνημεία, αναγνωρίζουν τις προσωπικότητες της ιστορίας που διδάχθηκαν στο σχολείο, διαβάζουν τις αφιερωματικές επιγραφές, αγγίζουν τις επιτύμβιες πλάκες, συγκινούνται, θαυμάζουν και παραδειγματίζονται. Νιώθουν ως μέλη μιας αθάνατης εθνικής συλλογικότητας. Έτσι, η μνήμη του 1821 μένει ζωντανή όχι μόνο στα μνημεία των πλατειών αλλά και στα νεκροταφεία.

Άγγελος Παληκίδης

Ο Άγγελος Παληκίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής Διδακτικής της Ιστορίας και διευθυντής του Εργαστηρίου Τεχνολογίας, Έρευνας και Εφαρμογών στην Εκπαίδευση στο Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Είναι μέλος διεθνών εταιρειών πάνω στην Ιστορία και τις Κοινωνικές Σπουδές και εμπειρογνώμονας για την Ιστορική Εκπαίδευση στο Συμβούλιο της Ευρώπης.

Η έρευνα και οι δημοσιεύσεις του εστιάζονται στην ιστορική εκπαίδευση και τη δημόσια ιστορία, με έμφαση στην ιστορική εικόνα, την τοπική ιστορία, την προφορική ιστορία, τα σχολικά εγχειρίδια, τα προγράμματα σπουδών, τη μουσειακή αγωγή και τη διδασκαλία ευαίσθητων, τραυματικών και συγκρουσιακών ιστορικών ζητημάτων. Έχει τιμηθεί πρόσφατα από τη Σχολή Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών με τα βραβείο Διδακτικής Ικανότητας και Προσφοράς Εκπαιδευτικού Έργου και Αναγνώρισης, Επιρροής, Κοινωνικού Έργου και Προσφοράς.

Αυτή την περίοδο διευθύνει το ερευνητικό πρόγραμμα Ψηφιακή Θράκη: χαρτογραφώντας την ιστορία και τον πολιτισμό για την ποιοτική αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος, στο οποίο εργάζονται 29 Έλληνες επιστήμονες. Συνεργάζεται επίσης με το Εθνολογικό Μουσείο Θράκης στο πρόγραμμα προφορικής ιστορίας με τίτλο Πρόσφυγες της Ανατολής, μετανάστες στη Δύση. Το τελευταίο του βιβλίο έχει τίτλο Τέχνη και ιστορική συνείδηση στην Ελλάδα του 19ου αιώνα: εικόνα, ιστορία, εκπαίδευση, και εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 2021 από τον εκδοτικό οίκο Gutenberg.

Τέχνη & Ιστορική Συνείδηση στην Ελλάδα του 19ου αιώνα

Ενημερωθείτε για το βιβλίο στη σελίδα του εκδοτικού οίκου:

πηγές εικόνων:

Smithsonian Institution
Rijksmuseum
Library of Congress
Heidelberg University Library

επεξεργασία εικόνων:

Ομάδα Πάλσαρ | Pulsar group